Στη συνέχεια της μελέτης του κειμένου του Ηλία Βενέζη, να σημειώσετε στο αντίστοιχο πλαίσιο τα κλιμακούμενα συναισθήματα (από το 1 έως το 8) του μπάρμπα-Νικολού.
Κεφάλαιο τέταρτο
— Έχεις τίποτα, βρε Ελιά, και
πικραίνεσαι;
Ο Ελιά τον κοιτά
κατάματα, λέει:
— Έχεις πάει
άλλη φορά εσύ στην Αφρική, εκεί που πάτε;
— Έχω πάει.
— Τρώει κανείς πιο καλά στην
Αφρική;
— Παντού σαν είσαι
φτωχός πεινάς. Γιατί ρωτάς;
—
Έτσι.
Ο Ελιά πάει και βρίσκει
τον προστάτη του τον μπαρμπα-Νικολό στην καμπίνα του. Ήταν
πλάι στην τραπεζαρία των αξιωματικών. Ο μπαρμπα-Νικολός τού
είχε πει με ποιους να κάνει παρέα από το πλήρωμα, με ποιους
όχι. Ήξερε τον καθένα σαν κάλπικη μονέδα. Δεν του είπε να
κάνει παρέα με τον Πορτορίκο.
—
Μπαρμπα-Νικολό, είναι καλή Αφρική;
— H γης είναι καλή. Όπου να
’ναι
— Το “Μαντώ” πάει στην Αφρική.
Δεν πάει;
— Έτσι είπε ο
Γραμματικός.
Ο Ελιά χαμήλωσε τη
φωνή:
— Με κρύβεις να
’ρθω μαζί σας
στην Αφρική; Βαρέθηκα την πείνα στο Λιβόρνο.
Ο μπαρμπα-Νικολός τινάζεται
ξαφνιασμένος.
— Είπες να σε
κρύψω; Παλαβώθηκες; Εγώ ποτές μου, τόσα χρόνια στη θάλασσα,
δεν έκαμα δουλειά λαθραία. Κι αν σε πιάσουν; Όχι!
Ο Ελιά παρακαλούσε. Απόκαμε
λέει: να κάθεται στα ντόκια, να περιμένει τα φορτηγά, να
γυρεύει ψωμί, να κοιμάται στα χαλάσματα, να φεύγουν τα
φορτηγά. Να
’ρχουνται άλλα,
να ξαναρχίζει. Απόκαμε.
— Κρύψε
με, έλεγε στο γέρο. Τι έχεις να φοβηθείς εσύ;
— Τι είναι αυτά που λες; Τι να
σε κρύψω λες; Κι αν πας στην Αφρική τι θα γίνει; Χάθηκες!
— Εσύ κρύψε με να φύγω απ’
το Λιβόρνο. Τι έχω να κάμω στο Λιβόρνο; Ας φύγω και ό,τι θέλει
ας γίνει!
Ο γέρος κλωτσούσε
πεισματικά:
— Δε φτάνει το δαίμονα πο
’χω στο κεφάλι
μου. Να βάλω τώρα κι άλλον; Ξέρεις τι θα πει λαθρεπιβάτης; Και
γιατί ν’
ανακατευτώ εγώ; Όχι!
Ο Εβραίος
πετά τότε το μεγάλο λόγο:
— Κάμε
το για το κορίτσι που σου το σκότωσε η μπόμπα. Κ εμένα η
μπόμπα μ’ άφησε
έρημο να πεινώ. Πες πως το κάνεις για το κορίτσι σου, να μην
πεινά...
Ένα σύγκρυο πέρασε τον
άνθρωπο, άρχισε να τρέμει.
—
Γιατί τ ανακατεύεις α υ τ ό; Αυτό, εσύ; Γιατί;…
—
Γιατί μπόμπα ήταν στην πατρίδα σου, μπόμπα ήταν στο Λιβόρνο.
Και μας ρήμαξε. Κρύψε με να φύγω απ’
το Λιβόρνο που πεινώ…
Ο
γερο-καμαρότος ήταν απροετοίμαστος. Ποτές του, τόσα χρόνια στη
θάλασσα, στις μεγάλες θάλασσες, δεν είχε κάμει τίποτα που να
είχε κίνδυνο και να θελε κουράγιο. Ήταν ο καμαρότος της
τραπεζαρίας των αξιωματικών. Παστρικές δουλειές. Άλλοι, γύρω
του, σε κάθε ταξίδι, κάτι τολμούσαν: άλλος λίγο, άλλος πολύ.
Αγοράζαν απ’
το ένα μέρος, πουλούσαν στο άλλο. Αυτός τίποτα.
Τι του λέγαν τώρα να κάμει,
στ’ όνομα ενός
σκοτωμένου κοριτσιού;
— Ό,τι και
να ναι εγώ θα φύγω, ό,τι και να γίνει! Φώναζε ο Ελιά και τα
κανελιά μάτια του αστράφταν. Αν δεν είναι με το “Μαντώ” θα ναι
μ’ ένα άλλο παπόρι. Κι όπου με βγάλει η άκρη!
H ταραχή έδερνε το γέρο άνθρωπο.
Αν το τολμούσε! Αν έκανε το κουράγιο για μια φορά. Έτσι: για
κάτι που δε θα είχε όφελος, θα είχε μονάχα λίγο κίνδυνο. Να
χάσει το ψωμί του. Μια φορά μονάχα. Λίγος κίνδυνος. Και να
λέει πως είναι για το παιδί του που το σκότωσε η μπόμπα.
— Εγώ, μπάρμπα, σου λέω θα φύγω
ό, τι και να γίνει!
— Μη
φωνάζεις! Μη φωνάζεις! Δεν τις φωνάζουν αυτές τις δουλειές!
Πιο χαμηλά!
Και χαμηλώνοντας ο
ίδιος ο γέρος στη φωνή του:
— Το
πράμα θέλει μελέτη. Θέλει μελέτη σου λέω… Άσε τη νύχτα να σου
πω.
Πηγή: Ηλίας Βενέζης, Ωκεανός, εκδ. Βιβλιοπωλείο της «Εστίας» Ι. Δ. ΚΟΛΛΑΡΟΥ & Σ ΙΑΣ Α.Ε., Αθήνα 1956.
| 1 |
|
|---|---|
| 2 |
|
| 3 |
|
| 4 |
|
| 5 |
|
| 6 |
|
| 7 |
|
| 8 |
|