Μετά την ανάγνωση του κειμένου της Άλκης Ζέη, να συζητήσετε:
α) Πώς ένιωσαν τα δύο κορίτσια, όταν έμαθαν την ιστορία
της Σταματίνας και γιατί;
β) Θα μπορούσαμε να
χαρακτηρίσουμε ως ήρωες/ίδες κάποια από τα πρόσωπα που
αναφέρονται στο απόσπασμα; Να τεκμηριώσετε την απάντησή σας.
Άλκη Ζέη
Η «απελπισία» μας. Η Σταματίνα.
Έρχεται ο
Νίκος. Τρεις λυπητερές ιστορίες
Ακολουθεί απόσπασμα από το πρώτο μέρος του μυθιστορήματος της
Άλκης Ζέη
Το καπλάνι της βιτρίνας.
Η αφηγήτρια ονομάζεται Μέλια και μαζί με την αδερφή της Μυρτώ
ζουν σε κάποιο νησί του Αιγαίου, το 1936. Στη μεγάλη σάλα του
σπιτιού τους, μέσα σε μια βιτρίνα, υπάρχει ένας βαλσαμωμένος
τίγρης (ένα καπλάνι, όπως το λένε στο νησί), για το οποίο τους
λέει ιστορίες ο ξάδερφός τους Νίκος. Μαζί με την οικογένεια
ζει και η Σταματίνα, η υπηρέτρια. Τα κορίτσια περνούν το
καλοκαίρι τους στην εξοχή.
— Κοιτάξτε, λέει η μαμά και μας δείχνει πέρα
τη θάλασσα, πώς κολυμπάει το σκυλί!
Ήτανε το
λυκόσκυλο της Πιπίτσας.
— Έτσι και πιο καλά
κολυμπούσε το καπλάνι, συνεχίζει.
Γυρίσαμε και
την κοιτάξαμε απορημένες.
— Το είδα μια φορά
πριν το σκοτώσουν, λέει. Ήμουν σαν τη Μέλια. Το κυνηγούσαν και
κείνο έδωσε μια βουτιά και ρίχτηκε στη θάλασσα.
— Κι ύστερα, μαμά;
— Ύστερα,
χάθηκε από τα μάτια μας. Είπανε πως ξαναπέρασε στην απέναντι
όχθη –στην Τουρκία–, αποκεί που είχε έρθει.
Να
την έχουμε τόσα χρόνια μαμά και να μας πει, τώρα μόνο, πως είχε
δει το καπλάνι ζωντανό.
— Η θεία Δέσποινα λέει
πως ερχότανε στο νησί μας να φάει τα πρόβατα.
— Δεν του ’φτανε ολόκληρη η Τουρκία; ρώτησε η
Μυρτώ.
Η μαμά τότε μας έδειξε πέρα μακριά στον
ορίζοντα μια στεριά, που μόλις ξεχώριζε.
—
Εκεί, λέει, στα παράλια της Τουρκίας, ήτανε κάποτε μια πόλη
ελληνική, που τη λέγανε με το παράξενο όνομα: Σμύρνη. Όταν ήτανε
πόλεμος, οι Τούρκοι την κάψανε, πέρα ως πέρα, κι η πολιτεία
ερημώθηκε. Η φωτιά απλώθηκε ίσαμε τα δάση και τα βουνά. Ίσως,
τότε, το καπλάνι να ξέφυγε τρομαγμένο, να ’πεσε στη θάλασσα και
να κολύμπησε ως το νησί μας. Μήπως και οι άνθρωποι το ίδιο δεν
κάνανε; Μπαίνανε στις βάρκες και στα καράβια και περνούσαν στο
νησί μας να σωθούν. Είχε γεμίσει η προκυμαία κόσμο, που δεν είχε
πού να πάει και ξημεροβραδιαζότανε στο δρόμο.
— Εσύ τη θυμάσαι, μαμά, αυτή την ιστορία;
— Βέβαια, λέει εκείνη. Θυμάμαι, μάλιστα, σαν
να ήτανε χτες, τη μέρα που χτύπησε την πόρτα μας η Σταματίνα.
— Η Σταματίνα; είπαμε κι οι δυο με μια φωνή!
— Να την έχουμε τόσα χρόνια μαμά και να μη μας έχει
πει την ιστορία της Σταματίνας; θύμωσε η Μυρτώ και κλότσησε το
σεντόνι της.
Ήτανε πολλή ώρα που είχαμε
ξαπλώσει στα κρεβάτια μας, μα δεν έλεγε να μας πάρει ο ύπνος.
Πολλά και περίεργα ακούσαμε σήμερα, τόσο που κοντέψαμε να πούμε
πως αυτή η Κυριακή δεν ήτανε «απελπισία».
— Κι
εγώ που της μίλησα άσχημα εχθές της Σταματίνας, κοντεύει να
κλάψει η Μυρτώ.
— Κι εγώ που είπα «ουφ, άσε
με!» σα φώναζε να πάρω το ζακετάκι μου, γιατί φυσούσε,
μουρμούρισα κι εγώ.
Μα πού να ξέραμε, αφού μας
νομίζανε τόσο μικρές και κανείς δε μας είπε ποτέ, ότι η
Σταματίνα είχε δικιά της οικογένεια και δυο κοριτσάκια σαν και
μας, που χάθηκαν στην καμένη πολιτεία. Πού να ξέρουμε πως σώθηκε
μονάχα αυτή και πέρασε στο νησί μας, σαν το καπλάνι, τριγύριζε
μερόνυχτα στους δρόμους κι ένα βράδυ χτύπησε την πόρτα του
σπιτιού μας, της άνοιξε ο παππούς και την πήρε μέσα. Από τότε
δεν ξανάφυγε.
Σαν ήρθε η Σταματίνα να
στεριώσει τα παραθυρόφυλλα, μη φυσήξει αέρας τη νύχτα, εμείς
κρεμαστήκαμε στον λαιμό της και τη φιλούσαμε.
— Θέλεις να σου χαρίσω το σπίτι που θα μου
αφήσει η θεία Δέσποινα σαν πεθάνει; λέει η Μυρτώ.
—
Εγώ θα σου δώσω το χαρτοφύλακα του μπαμπά, εκείνον τον πέτσινο
με το ελάφι. Θα μου τον αφήσει ο μπαμπάς, όταν πεθάνει.
— Χριστός και Παναγία! Τι πάθατε βραδιάτικα με
τα θανατικά και τα χαρίσματα; σταυροκοπιέται εκείνη.
ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;* Η αλήθεια είναι πως δεν ξέραμε
να πούμε τι ήμαστε. Κι αποκοιμηθήκαμε χωρίς ν’ απαντήσει η μια
στην άλλη.
Πηγή: Άλκη Ζέη, Το καπλάνι της βιτρίνας, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2007
* ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ; : Τα δύο κορίτσια συνήθιζαν να μοιράζονται συνθηματικά τις συναισθηματικές τους αντιδράσεις σε όσα βίωναν ρωτώντας η μία την άλλη: ΕΥ-ΠΟ (= πολύ ευχαριστημένη) ή ΛΥ-ΠΟ (= πολύ λυπημένη).