Α

ἀκούσιος, -α, -ον αθέλητος
ἅπας, ἅπασα, ἅπαν όλος μαζί, όλος, συνολικός, ολόκληρος
ἄτακτος, -ος, -ον αυτός που βρίσκεται εκτός τάξεως , ο μη πειθαρχημένος

Β

βούλομαι θέλω, επιθυμώ, είμαι διατεθειμένος

Δ

διατελέω, -ῶ είμαι συνεχώς
δόγμα αυτό που φαίνεται σε κάποιον καλό, απόφαση

E

ἔθος έθιμο, συνήθεια
ἑκούσιος, -α, -ον ηθελημένος
ἐξαμαρτάνω διαπράττω σφάλμα, κάνω λάθος
ἐπιτήδευμα ασχολία, επάγγελμα, ενέργεια, συνήθεια
εὐνομία καλή εφαρμογή των νόμων, καλή διοίκηση, τάξη

Λ

λαγχάνω εκλέγομαι με κλήρο

Ο

ὄλως (επίρρ.) καθόλου, εντελώς
οὖν λοιπόν, άρα

Π

πέφυκα είμαι από τη φύση μου
πολιτεύομαι ζω ως (ελεύθερος ) πολίτης
πολλάκις (επίρρ.) πολλές φορές , συχνά
προσήκει αρμόζει, πρέπει, ταιριάζει

Ρ

ῥώμη δύναμη

Σ

σπουδαῖος, -α, -ον αυτός που αξίζει την προσοχή κάποιου, αξιόλογος, χρηστός, δίκαιος, ηθικός,
συγγίγνομαι συναναστρέφομαι

Τ

τοιοῦτος-τοιαύτη-τοιοῦτο (δεικτ. αντων.) τέτοιου είδους, τέτοιας ποιότητας
τυγχάνω τυχαίνει να είμαι

Φ

φαῦλος, –η, -ον ελαφρός, ασήμαντος αλλά και κακός, τιποτένιος