Ανδρέας Καρκαβίτσας, Η θυσία

– Μη ορέ!...

Ο Γιάννης Γούναρης έβγαλε στον ύπνο του σπαραχτική κραυγή. Και σύγκαιρα πήδησε ορθός με τα μαλλιά σηκωμένα, το πρόσωπο χλωμό, άδραξε το γιαταγάνι κ’ έριξε φονικό βλέμμα γύρω ζητώντας να χτυπήση επίβουλον εχτρό. Μα το θαμπό φως του λύχνου έδειξε τα πάντα ήσυχα μέσα στη σκηνή. Το πανί κατέβαινε τεντωμένο, σφιχτοδεμένο στη γη και μόλις τάραζε από τα λαχτίσματα του ανέμου. Οι σύντροφοί του οχτώ δέκα γκέγκηδες, όλοι κοιμόντουσαν βαθιά, τυλιγμένοι στις φλοκάτες. Δίπλα τ’ άρματά τους, γιαταγάνια γυριστά και καριοφίλια μακρύτερα· χαρμπιά κι αρμούτια και πιστόλες, άλλα φλωροκαπνισμένα κι άλλα φτωχικά, έμοιαζαν τους δράκοντες, που συντροφεύουν άγρυπνοι τον ύπνο του βασιλόπουλου. Ο Γούναρης στάθηκε ακίνητος. Συνήρθε η ψυχή, μα η καρδιά χτυπούσε δυνατά και το μεδούλι των κοκάλων ήταν παγωμένο απ’ τ’ όνειρο.

Ο Γιάννης Γούναρης από χρόνια δούλευε στο σπίτι του Ομέρ Βρυώνη. Ήταν κυνηγός του. Στα Γιάννινα στόλιζε συχνά το τραπέζι του πασά με το κρέας του αγριογούρουνου και του αλαφιού, με τ’ αβρά στηθούρια των παπιών και των κοτσύφων. Και τώρα μέσα στου στρατόπεδου την ανήμερη ζωή, τον έτρεφε με λαγούς κι αγριοπούλια, όσα δεν έδιωξε μακριά του πολέμου η ταραχή και των αρμάτων ο σάλαγος. Μα ο Τούρκος για να τον έχη πιστόν του δουλευτή, κράτησε στην Άρτα τη γυναίκα και τα τρία του παιδιά. Η γραμματαλλαγή δεν ήταν δύσκολη. Το ασκέρι, κατεβαίνοντας από την Ήπειρο στο Μεσολόγγι, σαν γοργοπόταμο σάρωσε κάθε ταμπούρι επαναστατικό. Τα πρωτάτα έφυγαν είτε ακολούθησαν απελπισμένα τον καταχτητή· τα χωράφια κάηκαν· όσοι αντιστάθηκαν έπεσαν νεκροί· όσοι δειλοί, χώθηκαν στου δάσου τις κρυψώνες και των θεριών τις μονιές. Τώρα καταυλισμένο κατακαμπίς, έχει αμπόδιστα τις τροφές και τα πολεμοφόδια, και τη γραμματαλλαγή του από πάνω. Και ο κυνηγός είναι ήσυχος.

Όμως το επαναστατημένο χώμα δεν βγάζει μόνον άνθη και καρπούς. Το αίμα των αντρείων που ρουφά δεν το κρατεί εγωιστής στα σπλάχνα του, μα τ’ απορίχνει πύρινο σε νέα σώματα. Λίγος καιρός πέρασε –μήνες τρεις– και νέοι απόστολοι κηρύττουν την ανάσταση και αντριεύουν τους δειλούς. Οι Χασαπαίοι γυρίζουν στο Ξηρόμερο εκδικητές και προστάτες. Κρατεί τον Βάλτο ο Μαλεσάδας σαν άγγελος πυρφόρος την πύλη του Παράδεισου. Της Ρούμελης το χώμα αναταράζεται πάλι από τους διαβόλους του μύθου και δεν αφήνει το Σουλτάνο να κοιμηθή ξένιαστος. Όχι τροφές και πολεμοφόδια δεν κατεβαίνουν πια, μα ούτε πουλί μαντατοφόρο στο στρατόπεδο. Απελπισία κι ανοχή δέρνει παντού. Πλημμύρες και χιονόνερα· πείνα και γύμνια και κακομοιριά· αρρώστιες λογίς-λογίς βασανίζουν το δόλιο ασκέρι. Μα του Γούναρη την ψυχή δεν τη δέρνει ανοχή. Πώς να βρίσκεται η γυναίκα και τα παιδιά του; Είναι γερά, είναι άρρωστα; Ζουν ακόμα ή τα θέρισε η αρρώστια ή τα σκότωσαν οι αλλόθρησκοι; Ύπνο δεν έχει στα ματόφυλλα, δεν έχει γαλήνη στην καρδιά. Απόψε, μόλις έγειρε στο αχερόστρωμά του όνειρο κακό ήρθε να του φαρμακώσει τη ζωή. Είδε γυναίκα και παιδιά σε χαράς τραπέζι. Τρώνε και πίνουν, γελούν και χαχανίζουν ασυλλόγιστα. Χρυσοΰφαντα έχουν τα φορέματα, λαμπρά τα μάτια, ροδοκόκκινα και δροσερά σαν την αυγή τα μάγουλά τους. Του άμοιρου πατέρα η καρδιά αναγαλλιάζει. Υποφέρει ό,τι υποφέρει αυτός· ας ζουν τουλάχιστον ευτυχισμένα τα μικρά του!... Μα εκεί, κοντά στο τραπέζι, φτερωτός δράκοντας προβαίνει από τη γωνιά. Τα ορθάνοιχτα μάτια του τινάζουν σπίθες· το χρυσοπράσινο δέρμα του μαγνητίζει· το στόμα του χάσκει να καταπιεί το άπειρο. Σέρνεται στο πάτωμα επίβολο· κουλουριάζεται δισταχτικό, μακραίνει κι άξαφνα σηκώνεται ολόρθο και χύνεται στα παιδιά! Ο νοικοκύρης θέλει να φωνάξει, μα δεν μπορεί. Παράλυτα έχει τα γόνατα, τα χέρια, τη λαλιά. Όμως στον άφευκτο κίντυνο ρίχνει δυνατή κραυγή σαν κεραυνό από τα στέρνα του.

– Μη ορέ!...

Και τινάζεται ορθός να δράμη να τους σώση. Μα στη γαλήνη που απλώνεται γύρω, μένει ακίνητος. Πιάνει το καταϊδρωμένο μέτωπο, τα παγωμένα μέλη, την αβάσταχτη καρδιά του και σταυροκοπιέται.

– Θεέ μου, βάλε το χέρι σου!

– Τ’ έχεις, μωρές μπράτιμε, και ουρλιάζεις έτσι; ακούεται δίπλα του φωνή μισοκομμένη.

Ο Αλή αγάς, ο αρχηγός της μάγγας, που κοιμόταν εκεί, ξύπνησε στη φωνή κι απορούσε αν είναι στα σύγκαλά του ή τον χτύπησε κανέν’ αερικό τον Γούναρη.

– Αχ! είνορο με τρόμαξε· είνορο κακό! απάντησε κείνος.

Διπλοκάθισε στο αχερόστρωμά του ο αρβανίτης, πλάγιασε κοντά ο κυνηγός, βγάλανε καπνό, άναψαν με το πυρόβολο τα τσιμπούκια τους κ’ ο Γούναρης με ανατριχίλα του διηγήθηκε τ’ όνειρο.

Ήταν πολύν καιρό φίλοι αχώριστοι. Μαζί ακολουθούσαν τον Βρυώνη στην αυλή του Αλή πασά και στον πόλεμο· ίδια είχαν τη ζωή και τους πόθους. Δούλευαν για να ζήσουν και να θρέψουν της φαμίλιες τους. Τίποτ’ άλλο. Όπως κι αν ήρθαν οι καιροί κι αν άλλαξαν τα πρόσωπα κι αν χωρίστηκαν της φυλής τους τα ιδανικά, έμειναν εκείνοι οι ίδιοι κι απαράλλαχτοι. Η καθημερινή ζωή με τις απαίτησες και το φαρμάκι της δεν άφηκε να μαντέψουν καθόλου τη μεταβολή. Το χτήνος, που βαρύ καθότανε μέσα τους, δεν τους άφηκε να γνωρίσουν τις μεγάλες ελπίδες που σηκώθηκαν ανεμόφτερες κ’ έτρεχαν ζητώντας ανοιχτόν αέρα, μακριά από τη σκλαβιά. Έφτανε του ενού πως έσερνε το κεφάλι στους ώμους και του άλλου πως πολεμούσε και χόρταινε λάφυρα. Ποιος ήταν ο αφέντης και ποιος ο δούλος δεν φρόντιζαν. Ακολουθούσανε κ’ οι δυο τη ζωή αδερφωμένοι, για το αύριο αδιάφοροι, όπως τα καματερά που ακολουθούν του ζευγολάτη το θέλημα.

– Μη φοβάσαι, μπράτιμε· είπε ο αρβανίτης σαν άκουσε καλά τ’ όνειρο. Τα παιδιά σου δεν παθαίνουν τίποτα. Το φίδι φίλος είναι· τα παιδιά σου φίλος τα φυλάει. Μη φοβάσαι.

Ο Γούναρης κούνησε το κεφάλι.

– Τι φίλος που πήγε να τα χάψει, αγά μου; είπε ανατριχιάζοντας ως το κόκαλο.

– Σώπα και θα τα ιδής γλήγορα. Αύριο-μεθαύριο ξεμπερδεύει κι αυτό. Γροίκα το μυστικό. Πάψανε πια τα ψώματα· τα καπάκια των ρωμιών δεν περνάν στους αρβανίτες. Το είπαμε ορθά-κοφτά στους πασάδες. Ή παίρνουμε σύνωρα το κάστρο ή το στρίβουμε. Δεν θα σαπίσει στον βάλτο η παλικαριά της Γκεκαριάς. Όχι!

Αγαναχτισμένος έφτυσε δυο-τρεις φορές χάμω κι έπειτα ξακολούθησε, με θυμό.

– Μεθαύριο θαμπά, κάνουμε το γιουρούσι. Έχουνε Χριστούγεννα κι οι ραγιάδες θα βρίσκονται ούλοι στις εκκλησιές. Το κάστρο είναι αφύλαχτο και το παίρνουμε στο φύσημα. Δεν λέω πως είναι καλά έτσι· δεν είναι παλικαριά και δεν πρέπει στους αρβανίτες. Μα οι πασάδες δεν θεν· τι να γένει;

Κ’ επειδή έβλεπε τον κυνηγό συλλογισμένο, δίχως να δείχνει χαρά ή δισταγμό στα λόγια του, χτύπησε αλαφρά τον ώμο του κ’ είπε χαμογελώντας.

—Σε λίγες μερούλες, μπράτιμε, –άκου που σου λέω γω!– θα τις χαρούμε τις φαμίλιες μας.

Ο ήλιος ανάτειλε τώρα πίσω από το βουνό του Ωλενού. Μαύρος ήλιος, άφωτος και θλιμμένος, σαν να πενθεί και κείνος του επαναστατημένου Γένους την αγωνία. Συγνεφοσκεπασμένος ο ουρανός, καταχνιασμένα τα ουρανοθέμελα, ρίχνουν χρώμα σκοτεινό και παραπονεμένο: στη γη και τη θάλασσα, στα δέντρα του κάμπου και στο κάστρο, στην πέτρα του βουνού και του Φίδαρη τα νερά, στο χορτάρι της λαγκαδιάς και της ακρογιαλιάς τον άμμο. Η Βαράσοβα μαυροκόκκινη δεξιά· ο Ζυγός αντίκρυ σπανός και καψαλισμένος από το φιό του χειμώνα και το δαυλί του πορθητή· τ’ Αντελικιώτικα βουνά δίπλα προσκυνημένα και αντίπερα ο Μωριάς στέκουν συλλογισμένα κι ανήσυχα για του Αγώνα το τέλος. Κι ανάμεσα, στης θάλασσας το χαλκόχρωμο πρόσωπο και στα παχνισμένα στήθη του κάμπου, εδώ τα καράβια του Γιουσούφ πασά και κει τ’ άρματα της Αρβανιτιάς, φαίνονται έτοιμα να σφίξουν στα σιδερένια στέρνα τους την πόλη ως που να ξεψυχήση.

Δώδεκα χιλιάδες την πολεμούν. Νυχτόημερα τα κανόνια βροντούν και τα ντουφέκια στράφτουν και λάμπουν τα σπαθιά και ουρλιάζουν τα πολεμοθρεμμένα στήθη μπροστά στον χάντακα. Οι μπόμπες νυχτόημερα κατεβαίνουν στα σπίτια, αναποδογυρίζουν τις στέγες, γκρεμίζουν τους τοίχους, σκορπούνε στάχτη και χόβολη τα σωθέματα και τους κατοίκους. Τα βόλια σκαλίζουνε το χώμα και ρίχνουν κάτω τα κορμιά· τα γιαταγάνια ξεσκίζουν τα τείχη, θριμματίζουν τις πολεμίστρες και βάφονται στο αίμα και τον πηλό· τα ουρλιάσματα λαμπάζουν την ψυχή και την κάνουν να κρυφτή βαθιά, χαμένη και δίβουλη. Μα η πόλη χαλκόστερνη στέκει στη γη της, αδιάφορη στη λύσσα του εχτρού και του Χάρου τις σαΐτες. Και σαν δέση στοιχειωμένη, που κρατεί του ποταμού το ξεχείλισμα και δεν αφήνει να πνίξει τη σπορά του κάμπου, λέει στον Μωριά να καλλιεργήσει της ελευθερίας τα πρωτόβουλα βλαστάρια. Μέσα της έχει τον Μαυροκορδάτο και τον Μάρκο Μπότσαρη· μέσα της τον Γρίβα και τους Μωραΐτες οπλαρχηγούς.

–Ή τρόπαιο νίκης ή νεκροκρέβατο εδώ! είπαν όλοι στο πρώτο φανέρωμα του εχτρού. Και κάμανε ως σήμερα. Τι θα γίνει αύριο, ποιος το ξέρει;

Μα ο Γιάννης Γούναρης δεν σκέφτεται γι’ αυτά. Δεν τον μέλει τέσσερα! Το φως της ημέρας που έδιωξε τον ύπνο από το στρατόπεδο, από του κυνηγού την ψυχή δεν έδιωξε τη λαχτάρα. Με το ντουφέκι στην αγκαλιά πλαγιασμένο, ζωσμένος τα μπαρουτόσκαγα, με το σακούλι στον ώμο, βγήκε να κυνηγήσει για να θρέψη τον αφέντη του. Γυρίζει στα ριζώματα του Ζυγού, πηδά χαντάκια και τράφους, δρασκελά κορμόδεντρα, ανεβαίνει σε ράχες, ροβολά στα λακκώματα πάντα ανήσυχος. Τα κυνηγάρικα σκυλιά, ο Τζάθας και ο Μπίθας –δώρο ατίμητο του πασά του Μπερατιού στον Βρυώνη– πολλές φορές γαβγίσανε για να κράξουν την προσοχή του. Πολλές φορές γοργοπόδης ο λαγός ξέφυγε από τα χαμοκλάδια· πολλές φορές η ξυλόκοτα φτεράκισε μπροστά στην κάννα του. Μα δεν έχει νου να σηκώσει το ντουφέκι. Πουλιά διαβήκανε κοπάδι από το κεφάλι του· μα δεν γυρίζει μάτι να τα ιδεί. Η ψυχή δεν έχει όρεξη ν’ ακολουθήσει το σώμα του. Αλαφρή πετιέται μακριά, στης Άρτας τα στενοσόκακα, στα σπίτια τα κλειστά. Περνά τα καφασωτά παράθυρα, στις μανταλωμένες πόρτες και πάσχει νάβρει τη φτωχή φαμίλια του, μπορεί νεκρή, ίσως παγωμένη κάτω από το μάτι του δράκοντα. Ω, ναι! Πολύ καλά το γνωρίζει. Δράκοντας είναι ο Τούρκος, που την κρατεί στα νύχια του. Ίσως δεν την έπνιξε ακόμη, δεν την κακομεταχειρίστηκε· μα μπορεί να το κάμει. Φτάνει μόνον να υποψιαστή.

– Α, και να τέλειωνε! ψιθύρισε με βαρύ αναστεναγμό.

Ναι! Να τέλειωνε μια ώρα αρχύτερα το βάσανο! Να πέρνανε το κάστρο οι εχτροί! Ο πασάς θα γυρίσει στην Ήπειρο και μαζί θα γυρίσει ο Γιάννης Γούναρης στη φαμίλια του. Η καρδιά του άμοιρου γονιού πλημμύρισε από αναγάλλιαση σ’ αυτήν τη σκέψη. Μια στιγμή πίστεψε πως ήταν η ώρα του γυρισμού. Ολόχαρος ο νους του βλέπει έναν-έναν τους τόπους που θα διάβαινε. Τώρα τη σκοτεινή Κλεισούρα· τώρα τα γεφύρια του Αλάμπεη· τώρα το Βραχώρι. Ο Άσπρος στραγγισμένος τους δίνει πόρο ν’ ανεβούν στον Βάλτο. Το Μακρονόρος αφύλαχτο τους δέχεται στα όμορφα δάση του. Να την η Άρτα! Με τα τζαμιά και τα σαράγια, με τα κονάκια των αγάδων και τους στάβλους των μπέηδων! Αχ, να κ’ η γυναίκα, τα παιδιά του ζωντανά! Για ιδές πώς τρέχουν να κολλήσουν απάνω του, σαν τ’ αρνάκια στο μαστάρι της μάννας τους.

– Μπαμ! βρόντηξε το ντουφέκι του, ξυπνώντας τη λαγκαδιά.

Ένα ζευγάρι ξυλόκοτες πέσανε, σερνικό και θηλυκό πλάι-πλάι, με ματωμένο στήθος, σπασμένα τα φτερά, με μάτια νυσταγμένα. Έτρεξε τα σήκωσε στα χέρια του, τα ψηλαφά να ιδή το πάχος τους. Κ’ εκεί που σφαλούν τα μάτια στον αιώνιο ύπνο τα ράμφη ανοίγουν για να ρουφήξουν στερνόν αέρα στα φλογισμένα σωθικά τους, τα ρίχνει στο σακούλι του. Έπειτα χαρούμενος τρέχει να ζητήση άλλο κυνήγι και συλλογίζεται τα φιλέματα που θα πάρει βράδυ από τον αφέντη του.

Μα έκοψε τον δρόμο και τη χαρά του απότομα. Καμπάνας κλαγγή χύθηκε – γέμισε πέρα ως πέρα τον κάμπο. Ο Γούναρης αλαφιάστηκε· γύρισε ζερβόδεξα το κεφάλι, ζητώντας να γνωρίσει πούθε ’ρχότανε. Πρώτη φορά την άκουε. Ο καταχτητής από αιώνες τώρα αρνήθηκε στους χριστιανούς της εκκλησιάς τη φωνή, να μη θυμίζει στον ραγιά ουράνια παρηγοριά κ’ επίγεια βυζαντινή βασιλεία. Έσπασε τις καμπάνες λιανά κομμάτια· γκρέμισε τα καμπανοστάσια. Μόνον δύο ξύλα τους άφηκε, στρεβλά σαν την ψυχή του και σαν τη δύναμή του βάναυσα. Όπου κι αν γύρισε ο κυνηγός, σε χωριά και πολιτείες, καμπάνα δεν γνώρισε· κλαγγή της δεν άκουσε. Μα το σπέρμα το προαιώνιο, το χριστιανικό, που πέρασε στη σάρκα του από γενεές γενεών, ξαφνίστηκε τώρα στον ήχο, σαν βαρυκοιμισμένος πολεμιστής στη σάλπιγγα. Το σώμα του ανατρίχιασε· αναταράχτηκε η καρδιά. Α, ναι· τη γνώρισε· είναι καμπάνα χριστιανική κ’ έρχεται από την πόλη μέσα.

Άγρυπνοι την πολεμούν εχτροί στεριά και θάλασσα. Της έκοψαν το ψωμί, τα βόλια, την μπαρούτη· της έκοψαν τη βοήθεια. Μα εκείνη ακόμη πολεμά. Πολεμά και ζη ελεύθερη. Όσοι νεκροί, θάφτονται βαθιά στο χώμα της. Όσοι ζωντανοί, χαίρονται στα καλά του ήλιου και γλεντούν. Σήμερα ελεύθεροι, αύριο νεκροί· τι πειράζει; Σήκωσαν τα εθνικά λάβαρά τους στον αδούλωτον αέρα· στύλωσαν τα θρησκευτικά τους σήμαντρα και πανηγυρίζουν. Αύριο γεννιέται ο Χριστός, λυτρωτής του κόσμου. Της γης τους λυτρωτές αυτοί, των ιερών, των τάφων, των οικογενειακών βωμών, δοξολογούν το μέγα βρέφος, που δίδαξε να περιφρονούν τον θάνατο του ενού για τον λυτρωμό του όλου. Ο Γούναρης χαμήλωσε το ντουφέκι του, ακούμπησε στην κάννα το χέρι και κοιτάζει εκεί, κατά την πόλη, αγγελόφερτος σαν τον Μωυσή, που αγνάντευε από το Χωρίβ τη γη της Επαγγελίας. Και όπως ο προφήτης δρόσιζε την ψυχή του στα τροφαντά λιβάδια και τ’ αργυρά νερά κ’ έχτιζε πολιτείες και κάστρα δυνατά για κατοικία του λαού του, ο κυνηγός απλώνει το βλέμμα του αδούλωτο και βλέπει εκστατικός. Δεν αντικρύζει πια τη στενή λουρίδα του Μεσολογγιού. Βλέπει την ελληνική γη πέρα-πέρα ελεύθερη, κάτω από ένα στέμμα και μια σημαία. Κ’ είναι το Στέμμα ο δικέφαλος αητός. Κ’ είναι σημαία η γαλανόλευκη. Ελευθερία εκεί, ελευθερία και ειρήνη. Οι γονέοι χαίρονται τα παιδιά και τα παιδιά τους γονέους. Τα νιάτα ζευγαρώνουν, χτίζουν θεμέλιο ακλόνητο τα γεράματα. Ο πατέρας κοιμάται ήσυχος στην κλίνη του κι ο δουλευτής τρυγά τους καρπούς της γης, δίχως τον φόβο του Σπαχή και δίχως του δεκατιστή το μέτρημα. Μαζί με την κλαγγή έχει ο κυνηγός γύρω του μυρτιάς και λιβανιού μοσκοβολάδα και τη ρουφά λαίμαργος, σαν ηλιοψημένο φύλλο τη δροσιά. Η καρδιά του ανοίγεται στο μυστήριο. Πότε θ’ απολάψη και κείνος τη ζωή που χαρίζει η ελευθερία στα τέκνα της;

- Αχ, πότε!.... ψιθυρίζει ταπεινός και δακρυσμένος.

Μα βλέπει αγνάντια του το στρατόπεδο των εχτρών, με τα κανόνια στημένα και πυκνή καταχνιά πλακώνει τ’ όνειρό του. Το δέντρο της ελευθερίας δεν άνθισε ακόμη εκεί· φυτεύτηκε, μα δεν έκαμε καρπούς. Όφις κακός παραμονεύει στη ρίζα, πριονίζει με τα σκυλόδοντά του τον κορμό και πριν μεστώση βούλεται να το μαράνη. Το είπε ξάστερα ο Αλή αγάς. Αύριο θα κάμη το γιουρούσι ο τούρκος.

– Αν το ήξεραν! συλλογίστηκε.

Ναι, αν το ήξεραν να μην αφήκουν αφύλαχτο το κάστρο. Αν το γνώριζαν να μην πάνε στις εκκλησιές παρά στους πύργους· να μην πάρουν κεριά στο χέρι παρ’ αστόμωτα σπαθιά· να μην ψάλουν τροπάρια στον Χριστό μα τραγούδια τρανολάλητα στον Άρη, τον πατρογονικό θεό τους! Οι εκκλησιές είναι των ελευθέρων ο σεπτός βωμός· των δούλων είναι οι πύργοι και οι στουρναρόπετρες. Αχ! να το ήξεραν.

– Μα ποιος να τους το ειπή;

Ναι, ποιος να τους το ειπή; Μόνο αυτός το ξέρει κ’ οι αρβανίτες. Εκείνοι από την αυγή τα σπαθιά τους τροχούν και τα κεμέρια τινάζουν ανυπόμονοι για την ώρα της εφόδου. Θέλουν να χορτάσουν αίμα και λάφυρα. Και κείνος· τι να κάμει εκείνος; Το είναι του κρατεί ο τύραννος. Τη γυναίκα του, την όμορφη Τρισεύγενη· τα παιδιά του: τον Κώστα, το Βασίλη, τη Λάμπρω, τ’ αγγελούδια του. Εκείνα μόνον με τη ζωή του ζουν και κάτω από τον ίσκιο του μεγαλώνουν. Πώς να τους κόψει τη ζωή και τον ίσκιο ο πατέρας!

– Ωχ, Χριστέ μου, βάλε το χέρι σου!

Και άθελα σφαλεί τα μάτια, γυρίζει τις πλάτες στην πόλη και φεύγει μακριά. Πηδά χαντάκια και τάφρους, δρασκελά κορμόδεντρα, ανεβαίνει ράχες, κατεβαίνει λαγκαδιές, βουνά θέλει να ρίξει πίσω του. Μα η κλαγγή ακολουθεί το βήμα του παντού, αντιλαλεί στ’ αυτιά του, μέσα στα σπλάχνα του βροντά:

– Γκλαν-γκλαν!... γκλαν-γκλαν!... γκλαν-γκλαν!...

Ο Γούναρης ρίχτηκε σ’ ένα λιθάρι απελπισμένος. Εμπρός δεν έχει τα παιδιά και τη γυναίκα. Εικόνα φόνου και ολέθρου απλώνεται γύρω του. Το Μεσολόγγι πατιέται τώρα και κουρσεύεται από τους Λιάπηδες. Θρυμματίζονται οι πύργοι, καπνίζουνε τα σπίτια, σέρνονται κονίσματα στον αιματόβρεχτο πηλό. Αχούρια μπέηδων έγιναν οι εκκλησιές· τα δισκοπότηρα τα κρασοπότηρα των πασάδων· οι ποδιές της Άγιας Τράπεζας αλόγων σαΐσματα· τ’ άμφια στολίδια της χανούμισσας· η μίτρα του Δεσπότη αγάδων σκούφωμα και το Τετραβάγγελο σημάδι στα ντουφέκια της αρβανιτιάς. Λαχτάρα παντού και θρήνος· τρόμος και χαμός! Οι άντρες κοίτονται στο αίμα τους· οι γυναίκες σέρνονται στα κρεβάτια των αγαρηνών. Παιδιά ορφανεμένα γυρίζουνε στους δρόμους ξυπόλυτα· ζητούν τα γονικά τους κι αντικρίζουνε του Τούρκου το σπαθί είτε το χαρέμι του. Στους πύργους χάσκουνε τα μισοφέγγαρα και ανεμίζουν τα τούγια με λύσσα. Κ’ η ελληνική σημαία πεσμένη κάτω του λέει άφωνα πως εκείνος είναι η αιτία της τόσης καταστροφής. Εκείνος που στάθηκε πατέρας· μα όχι χριστιανός.

– Γκλαν-γκλαν!... γκλαν-γκλαν!... γκλαν-γκλαν!... αντιλαλεί πάλι το σήμαντρο στ’ αφτιά του.

Ο Γούναρης πίστεψε πως ήταν φωνή ανθρώπινη. Και η φωνή τού λέει πως είναι καιρός ακόμη, πως, αν θέλει, μπορεί όλα του εχτρού τα σχέδια να χαλάσει.

– Α ναι, είπε με αγωνία. Δεν είμαι μόνον πατέρας. Ο Θεός έχει φροντίδα στα παιδιά μου· εγώ την τύχη του Γένους μου.

Και ακράτητος, σαν από ανώτερη δύναμη σπρωγμένος, ώρμησε κάτω στο περιγιάλι, που καθρέφτιζε της δύσης τα πανώρια χρώματα.

Το τούρκικο στρατόπεδο βρίσκεται τώρα στο ποδάρι. Απ’ άκρη σ’ άκρη στον κάμπο η ζωή αίμα μυρίζεται κι αναβράζει. Γνωρίσανε θρασίμι τα κοράκια κι ετοιμάζουν τα ράμφη τους να χυθούν. Άντρες ντύνονται βιαστικοί, άλογα σελοχαλινώνονται, φυσέκια και στουρναρόπετρες μοιράζονται. Δοκιμάζεται ο αθέρας του σπαθιού και η μύτη του χαρμπιού και του απελατικιού τα καρφιά, αν ανοίγουν κεφάλια με το πρώτο χτύπημα. Των καριοφιλιών οι φωτιές ψηλαφούνται. Όσοι πιστοί γονατίζουν στην κάπα και προσεύχονται, με τα χέρια σμιχτά στα σκέλια τους, με το μέτωπο στη γη. Άλλοι ορθοί και σοβαροί, φαίνονται φοβισμένοι στον άπειρο κόσμο των ψυχών. Αν σκοτωθούν, θέλουν να περάσουν γοργά το τρίχινο γεφύρι, να βρούνε τα πιλάφια του Παράδεισου και τα δροσοστάλαχτα Ουρί. Αν ζήσουν, να γυρίσουν σπίτι του φορτωμένοι στα λάφυρα. Οι δερβίσηδες, με τους τζουμπέδες και τα πράσινα σαρίκια, τρέχουν εδώ και κει, φωνάζοντας την προσευχή και παρακινώντας τους πιστούς στη μάχη: «Ένας θεός μέγας, ο Αλλάχ, και Μωάμεθ ο Προφήτης αυτού! Θάνατος στους άπιστους, θρίαμβος του Ισλάμ!». Οι πασάδες και μπέηδες τάζουνε γρόσια και φλωριά, καφτάνια και στολίδια. Χίλια γρόσια σε κείνον που θα πρωτανεβή στο κάστρο· δέκα φλωριά σε κείνους που θα πρωτοπεράσουν τα χαντάκια και θα στήσουν σκαλωσιές. Άτι χρυσοχάλινο στον αγά, γιαταγάνι διαμαντοκόλλητο στο μπέη, στο δερβίση φοράδα χρυσοκάπουλη, κουμπούρια φλωροκαπνισμένα στους σπαχήδες, στους σημαιοφόρους τσαπράζια κατάργυρα! Των άπιστων πλούτη στα παλληκάρια, η γη στον Αλλάχ!

Η νύχτα βουβή παραστέκει απάνω τους. Άστρο δεν φαίνεται κανένα. Μπροστά μόλις ξεχωρίζει το κάστρο. Ψηλώνει πίσω ο Ζυγός και δίπλα στέκετ’ η Βαράσοβα. Δεν γεννιέται ο Χριστός απόψε λυτρωτής. Ο Χάρος γοργοτρέχει έτοιμος, με τις σαΐτες στο δοξάρι και τον βρόχο στο χέρι του.

Ο Γούναρης ολόρθος μέσα στη σκηνή, έχει μαργωμένο το σώμα κι άθυμη την ψυχή. Οχτακόσοι αρβανίτες, διαλεχτοί όλοι, ορμητικοί σαν δρόλαπας βγήκανε με το σπαθί στα δόντια. Τώρα κοίτονται κρυμμένοι στις βουρλιές δίπλα στον χάντακα, οργιές μόλις μακριά από τα τείχη. Δεν περιμένουν παρά το σύνθημα· και τότε θα τιναχτούν σαϊτόφιδα να κολλήσουν απάνω τους. Θα βρούνε τάχα εκεί τους χριστιανούς; Τον πίστεψε ο γραμματικός; Κάτω στο περιγιάλι που γύριζε, είδε άξαφνα ένα προιάρι. Ο γραμματικός του Μακρή κατέβαινε απ’ τ’ Αντελικό στο Μεσολόγγι. Έβγαλε το μαντίλι, νόημα του έκαμε να ζυγώσει, μα κείνος όλο και κατέβαινε. Δεν ήθελε να πιστέψει πως φρόντιζε για το καλό της πατρίδας. Και σαν έκαμε τον σταυρό του και ξεμυστηρεύτηκε, εκείνος έφυγε χωρίς ούτε «γειά σου» να του ειπή. Και είχε δίκιο· το γνώριζε πως είχε δίκιο. Με τι χείλη να χαιρετίσει ο πολεμιστής ομόφυλο, που βρίσκεται τέτοιες μέρες στο ασκέρι του εχτρού! Με τι καρδιά να πιστέψη σε άνθρωπο, που στρώνει ακόμη την τάβλα του πασά, εκεινού που έρχεται να πνίξη την πατρίδα στο αίμα και στη σκλαβιά;

– Αλίμονο αν δεν με πίστεψε!... αλίμονο!... ψιθύρισε ταπεινός και δακρυσμένος.

Άξαφνα ο πατέρας ξύπνησε μεγαλοδύναμος και στέρφεψε πάραυτα τις βρύσες των ματιών του. Καλύτερα να μην πίστεψε· καλύτερα να μείνουν ξένοιαστοι οι Έλληνες. Χάνονται εκείνοι, ναι, μα ζούνε τα παιδιά του. Τα παιδιά και η γυναίκα του. Τι έπαθε και δεν το συλλογίστηκε πριν. Ποιος δαίμονας του σήκωσε τα μυαλά! Μήπως αν έβρουν αντίσταση οι τούρκοι δεν θα υποψιαστούν πρώτα εκείνον; Και τότε; ωχ, αλίμονο! Γοργός ο τάταρης θα φύγει από το στρατόπεδο στην Άρτα. Τα τρυφερά κορμιά τους στους σκύλους θα ριχτούν και τα κεφάλια τους, μπηγμένα στα παλούκια, θα γίνουν στους ραγιάδες φριχτό παράδειγμα. Καλύτερα που δεν το πίστεψαν.

- Γκλαν-γκλαν!... γκλαν-γκλαν!... γκλαν-γκλαν!...

Η κλαγγή αντήχησε πάλι κι απλώθηκε στη μαύρη νύχτα. Οι εκκλησιές ανοίξανε τις πόρτες τους· τρέχουν τώρα να λειτουργηθούν οι πιστοί. Μα ο εχθρός παραμονεύει. Σφύριγμα δυνατό ακούστηκε. Και σύγκαιρα τρανός αλαλαγμός και κανονοβολή ταράξανε τη γη και φώτισαν τα πάντα. Οι τούρκοι χύθηκαν στα τείχη. Ο Γούναρης τινάχτηκ’ έξω δίβουλος. Τ’ ήθελε να γίνει κι αυτός δεν ήξερε. Ήθελε και τα δυο· δεν ήθελε κανένα. Μα σύγκαιρα πύρινος όφις φάνηκε στα τείχη και ντουφέκια βρόντησαν. Τα βόλια πέσανε χαλάζι στο στρατόπεδο.

–Δόξα σοι ο Θεός! στέναξε ο κυνηγός, κάνοντας το σταυρό του.

Κ’ έπεσε στα γόνατα. Ο λόγος πιστεύτηκε. Τώρα πικρό μολύβι θερίζει την αρβανιτιά. Τ’ άλογα των σπαχήδων πέφτουν νεκρά στο χώμα πριν φέρουν τους καβαλάρους στη μάχη. Οι σημαιοφόροι, μόλις προφτάσουν να μπήξουν τις σημαίες στους πύργους και γκρεμίζονται μαζί, στα θολά νερά του χάντακα. Πηδούν αδιάκοπα στο κάστρο οι εχτροί. Μα τρέχουν και τους πετσοκόβουν οι Έλληνες. Δεν έχουν μόνον τουφέκι και σπαθί. Έχουν αξίνες και τσαπιά, τσεκούρια και στυλιάρια, κεραμίδια και πέτρες. Ό,τι βρεθεί στα χέρια τους γίνεται σιδερόξυλο. Δεν είναι μόνον πολεμοθρεμένοι άντρες, μα και παιδιά και γυναίκες, αντρειωμένες τώρα με την προγονική οργή. Βάφονται με το αίμα τους, βλέπουν ξεσκλισμένες τις σάρκες τους, σκοτωμένους συγγενείς· άντρες και παιδιά τους, αδερφούς και πατέρες, φωτιά και σίδερο γύρω τους. Μα δεν λιποψυχούν.

Ο Γούναρης στέκει βουβός κι αφανισμένος. Τρέμει το πείσμα του εχτρού και τη δύναμη. Ως πότε θα βαστήξουν; Τ’ αδύνατα εκείνα τείχη, οι χωματένιοι σωροί πως θα κρατήσουν την ανθρωποπλημμύρα, που όλο δυναμώνει και βροντομαχά απάνω τους!

Άξαφνα κάτω από την αχνή λάμψη της αυγής βλέπει τους σπαχήδες να σκορπούν πίσω, σαν καβαλάροι σατανάδες. Γύρισε αριστερά το ίδιο. Στη Μεγάλη Τάπια και σ’ όλο το προτείχισμα κυματίζει η ελληνική σημαία και χαιρετίζει του ήλιου την ανατολή. Και δώθε, πέρ’ από το χάντακα οι Έλληνες με γυμνά σπαθιά κ’ αιματοβαμμένη φουστανέλλα, κυνηγούν στις σκηνές ανάμεσα τους εχτρούς. Φεύγουν οι Σκιπετάρηδες! Πιστόλες βροντούν, λάμπουν σπαθιά, κεφάλια κυλούν στα χώματα, κορμιά κοίτονται· «ράϊ» αντηχούν κι αλαλαγμοί και σφυρίγματα! Κι ανάμεσα στην άγρια βουή ακούγεται η κλαγγή σαν φωνή ουρανόσταλτη:

- Γκλαν-γκλαν!... γκλαν-γκλαν!... γκλαν-γκλαν!... Ο Γούναρης έκανε τον σταυρό του.

– Α! μωρέ προδότη· χαίρεσαι τώρα!... βρόντηξε κοντά του φωνή λυσσασμένη.

Και φάνηκε αγριοπρόσωπος ο Αλή αγάς, ο φίλος του. Το βόδι το μανό, έσερνε ακόμη τον ζυγό στον τράχηλο, όπου τον έσπρωχνε η βουκέντρα του ζευγολάτη. Ένιωσε πως δεν ακολουθούσε ο σύντροφος· πως άλλαξε τον δρόμο του. Το ’νιωσε και ρίχτηκε να τον κερατίσει. Μα ο ραγιάς χύθηκε απάνω, τον έσφιξε στα μπράτσα και κυλίστηκε μαζί του χάμω. Κ’ εκεί που ο αρβανίτης, ξαφνισμένος για τη δύναμη του ταπεινού σταυραδερφού, λάχτιζε τη γη και μόλυνε τον αέρα με τις βλαστήμιες, γοργός ο Γούναρης του πήρε το γιαταγάνι και του το βύθισε στα στήθη του.

– Άπιστο σκυλί, ως πότε!... βρυχήθηκε.

Και τράβηξε κατά την πόλη ρίχνοντας με περιφρόνηση στο στρατόπεδο το κεφάλι του Αλή αγά, σαν να ’ριχνε κακή παρασαρκίδα από πάνω του.

Ξύδης, Θ. (1955) [1896]. Γ΄ Ανδρέας Καρκαβίτσας. Στο Θ. Ξύδης (Επιμ.), Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ανδρέας Καρκαβίτσας και άλλοι - Βασική Βιβλιοθήκη 28. Αθήνα: Αετός Α.Ε.