ΚΙΤΡΙΝΟ βροχερό απόγεμα. Όρθιοι στα σκαλοπάτια της μαρμαρένιας αποβάθρας, κοιτάζουμε το βαθύ, ταραγμένο νερό της λίμνης.
Ένας μεγάλος αστακός περνάει μπροστά μας· τόσο κοντά και τόσο αργά κολυμπάει, που μια μυστική συνεννόηση γίνεται αμέσως μεταξύ μας:
«Να τον πιάσουμε απ’ τ’ αυτιά!».
Αρπάζω κι εγώ έν’ αυτί κι αρχίζουμε να τον τραβάμε. Το αυτί του είναι μεγάλο, μαλακό και καφτό. Καθώς τον ανεβάζουμε σιγά-σιγά και με κόπο απ’ το θολό νερό, γιατί είναι πολύ βαρύς, βλέπω πόσο γελαστήκαμε. Δεν ανασύραμε, όπως νομίζαμε, τον αστακό, αλλά έναν μεγαλόσωμο ουραγκοτάγκο μισοπνιγμένο, που χτυπιόταν γυρεύοντας να μας ξεφύγει.
Μετανιώνω που ανακατεύτηκα.
Ο ουραγκοτάγκος δεν έχει δύναμη ν’ αντισταθεί και σε λίγο υποταγμένος ολότελα στην τύχη του, αφήνει να του δέσουμε τα σαγόνια με το σκοινί. Στα μεγάλα μάτια του,
όπως με κοιτάζουν, δε διακρίνω θυμό αλλά απέραντη θλίψη.
Στη στιγμή όλα ξεκαθαρίζουν μέσα μου. Καταλαβαίνω πως μπλέχτηκα σ’ ένα απαίσιο έγκλημα. Ξέρω, ότι αυτός ο βρεμένος ουραγκοτάγκος, που τουρτουρίζει καταδικασμένος
στα πόδια μας, είναι ένα μοναδικό ζώο με σπάνια πνευματικά προσόντα, που όμοιό του δε θα ξαναβρεθεί· γνωρίζει άπταιστα τη γλώσσα που μιλάμε κι άλλες ακόμα πολλές.
Μια κοιτάζω τα χέρια μου που έχει μείνει στην παλάμη τους η ζέστα του βελουδένιου του αυτιού, και μια του ρίχνω ένοχες ματιές, σαν να τον παρακαλώ να με συγχωρέσει.
Το σοφό ζώο μένει βουβό.
Αποτραβιέμαι παράμερα κι αναλύομαι σε ποταμούς δακρύων.
Ε.Χ. Γονατάς [1963] (1984), «Από τα βάθη της λίμνης», Το βάραθρο. (Mirabilia). Αθήνα: Στιγμή, σ. 36-37.
Ε.Χ. Γονατάς (Αθήνα 1924-2006). Σπούδασε Νομικά, ποιητής και δοκιμιογράφος της πρώτης μεταπολεμικής γενιάς, διακρίθηκε κυρίως
ως «λογοτέχνης του παράδοξου». Πρώτη του εμφάνιση στα γράμματα με το αφήγημα Ο ταξιδιώτης (1945), τελευταίο βιβλίο του Τρεις
δεκάρες (αφηγήματα, Στιγμή, 2006). Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο.
[Πηγή: bonsaistoriesflashfiction.wordpress, 16-05-2018]