ΣΑΠΟΥΝΙΑ, ΚΑΘΑΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΠΟΡΡΥΠΑΝΤΙΚΑ
Σαπούνια
Τα πρώτα στοιχεία για τη χρήση των απορρυπαντικών χάνονται στη Βαβυλώνα και φτιάχτηκαν από τους Σουμέριους το 2800 π.Χ. από λίπη ζώων και τη στάχτη κάποιου φυτού. Στην αρχαία Ελλάδα σαν απορρυπαντικό χρησιμοποιήθηκε ένα μείγμα από πηλό, άμμο και στάχτη. Το πρώτο συνθετικό απορρυπαντικό παρασκευάστηκε το 1916 στη Γερμανία.
Τα σημερινά απορρυπαντικά περιέχουν 35% νερό, 10-15% αποσκληρυντικές ουσίες, 30-40% λευκαντικές ουσίες, 20-30% αντιοξειδωτικά πλυντηρίου, 3-5% οπτικά λευκαντικά, αρώματα και χρωστικές ουσίες. Σε πολλές περιπτώσεις περιέχουν βάσεις που ρυθμίζουν το pH σε τιμές πάνω από το 7, ένζυμα που αποσυνθέτουν πρωτεϊνικά υλικά (αίμα, αυγό, γάλα) και συστατικά που κάνουν τα ρούχα να αστράφτουν. Πρώτες ύλες για την παρασκευή απορρυπαντικών είναι διάφορα φωσφορικά άλατα, ανθρακικό νάτριο και προϊόντα του πετρελαίου. Τα απορρυπαντικά περιέχουν επίσης συστατικά που απομακρύνουν τα κατιόντα ασβεστίου (Ca2+) από το νερό και το «μαλακώνουν». Το κύριο συστατικό τους είναι τα επιφανειοδραστικά συστατικά τα οποία έχουν ένα υδρόφιλο και ένα υδρόφοβο άκρο. Το υδρόφοβο άκρο προσκολλάται στο λεκέ και σχηματίζονται μικκύλια τα οποία ανεβαίνουν στην επιφάνεια του διαλύματος. Τα δραστικά συστατικά των απορρυπαντικών συγκεντρώνονται στην επιφάνεια και δημιουργούν με τα μόρια του νερού τη «σαπουνάδα». Ένα από τα συστατικά τους, χρησιμοποιείται για να μαλακώσει το σκληρό νερό με απομάκρυνση των κατιόντων Ca2+ και Mg2+. Αυτό συνήθως επιτυγχάνεται με μετατροπή τους σε φωσφορικά άλατα. Τα άλατα αυτά όμως, έχουν ως σημαντικό μειονέκτημα ότι προκαλούν τη γρήγορη ανάπτυξη των φυκιών (ευτροφισμός) στα νερά στα οποία καταλήγουν μέσω των αστικών αποβλήτων.