Γλωσσάρι

Η εκστρατεία των Ελλήνων εναντίον της Τροίας

Εμφανίζονται 17 όροι

Ιστορικός όρος

Αυλίδα

Το λιμάνι όπου συγκεντρώθηκαν οι Έλληνες βασιλιάδες με τα πλοία τους πριν ξεκινήσουν για την Τροία.

Ιστορικός όρος

Αχιλλέας

Ο δυνατός και γενναίος βασιλιάς των Μυρμιδόνων. Ήταν ο πιο ισχυρός Έλληνας πολεμιστής.

Ιστορικός όρος

Οδυσσέας

Ο πολύ έξυπνος βασιλιάς της Ιθάκης. Ήταν γνωστός για την πονηριά και τα τεχνάσματά του.

Ιστορικός όρος

Νέστορας

Ο σοφός γέρος βασιλιάς της Πύλου. Έδινε συμβουλές στους νεότερους ήρωες.

Ιστορικός όρος

Αίαντας

Ο τολμηρός βασιλιάς της Σαλαμίνας. Ήταν ένας από τους πιο δυνατούς Έλληνες πολεμιστές.

Ιστορικός όρος

Κάλχας

Ο σημαντικότερος μάντης της εποχής. Αποκάλυψε στους Έλληνες τι έπρεπε να κάνουν για να ξεκινήσουν.

Ιστορικός όρος

Ιφιγένεια

Η κόρη του Αγαμέμνονα που έπρεπε να θυσιαστεί στη θεά Άρτεμη. Η θεά την έσωσε στέλνοντας ένα ελάφι στη θέση της.

Ιστορικός όρος

Κλυταιμνήστρα

Η γυναίκα του Αγαμέμνονα και μητέρα της Ιφιγένειας. Λυπήθηκε πολύ όταν έμαθε για τη θυσία.

Λεξιλόγιο

Συμμετέχω

Παίρνω μέρος σε κάτι μαζί με άλλους.

Όλοι οι βασιλιάδες δέχτηκαν να συμμετάσχουν στον πόλεμο.
Λεξιλόγιο

Δύναμη

Η ικανότητα να κάνεις κάτι δύσκολο.

Ο Αγαμέμνονας ήθελε να μεγαλώσει τη δική του δύναμη.
Λεξιλόγιο

Πλούτος

Τα πολλά χρήματα και τα πολύτιμα αντικείμενα που έχει κάποιος.

Οι βασιλιάδες ήθελαν να αποκτήσουν περισσότερο πλούτο.
Λεξιλόγιο

Φήμη

Αυτό που λένε οι άλλοι για κάποιον, η δόξα του.

Οι ήρωες πολεμούσαν για να αποκτήσουν φήμη.
Λεξιλόγιο

Μάντης

Άνθρωπος που μπορούσε να προβλέπει το μέλλον και να ερμηνεύει τη θέληση των θεών.

Ο Κάλχας ήταν ο σημαντικότερος μάντης της εποχής.
Λεξιλόγιο

Ευνοϊκός

Κάτι που βοηθά, που είναι καλό για κάποιον.

Περίμεναν να φυσήξει ευνοϊκός άνεμος για να ξεκινήσουν.
Λεξιλόγιο

Αναγκάζομαι

Είμαι υποχρεωμένος να κάνω κάτι που δεν θέλω.

Ο Αγαμέμνονας αναγκάστηκε να δεχτεί να θυσιάσει την κόρη του.
Λεξιλόγιο

Χρέος

Αυτό που πρέπει να κάνει κάποιος, η υποχρέωσή του.

Η Ιφιγένεια θεώρησε χρέος της προς την πατρίδα να θυσιαστεί.
Λεξιλόγιο

Βωμός

Ειδική κατασκευή, συνήθως από πέτρα, πάνω στην οποία γίνονταν θυσίες στους θεούς.

Η Ιφιγένεια ανέβηκε στον βωμό με θάρρος.