Γλωσσάρι

Οι κυριότεροι άθλοι του Ηρακλή στην Πελοπόννησο (α' μέρος)

Εμφανίζονται 14 όροι

Ιστορικός όρος

Δώδεκα άθλοι

Οι δώδεκα πολύ δύσκολες αποστολές που ανέθεσε ο Ευρυσθέας στον Ηρακλή για να τον τιμωρήσει.

Ιστορικός όρος

Λιοντάρι της Νεμέας

Τεράστιο και άγριο λιοντάρι που ζούσε στη Νεμέα και έκανε επιθέσεις στους κατοίκους. Ήταν αθάνατο - κανένα όπλο δεν μπορούσε να το σκοτώσει.

Ιστορικός όρος

Λερναία Ύδρα

Νερόφιδο με πολλά κεφάλια που ζούσε στη λίμνη Λέρνη. Για κάθε κεφάλι που του έκοβαν, έβγαιναν δύο νέα στη θέση του.

Ιστορικός όρος

Κερυνίτιδα Έλαφος

Ιερό ελάφι της θεάς Άρτεμης με χρυσά κέρατα και χάλκινα πόδια. Ζούσε στην Κερύνεια και έτρεχε πολύ γρήγορα.

Λεξιλόγιο

Χρησμός

Η απάντηση ή συμβουλή που έδινε κάποιος μάντης στους ανθρώπους.

Ο Ηρακλής υπάκουσε στον χρησμό του Μαντείου και πήγε στις Μυκήνες.
Λεξιλόγιο

Αντιπαθώ

Όταν δεν μας αρέσει κάποιος και νιώθουμε άσχημα συναισθήματα για αυτόν.

Ο Ευρυσθέας αντιπαθούσε τον Ηρακλή και τον φοβόταν.
Λεξιλόγιο

Διαπερνώ

Όταν κάτι περνάει μέσα από κάτι άλλο από τη μια μεριά στην άλλη.

Τα βέλη δεν μπορούσαν να διαπεράσουν το δέρμα του λιονταριού της Νεμέας.
Λεξιλόγιο

Σπηλιά

Μεγάλη τρύπα μέσα στο βουνό ή στα βράχια, όπου μπορεί να κρύβεται κάποιος.

Ο Ηρακλής έφτασε στη σπηλιά του λιονταριού και σφράγισε όλες τις εισόδους.
Λεξιλόγιο

Σφραγίζω

Κλείνω κάτι τελείως ώστε να μην μπορεί να περάσει τίποτα.

Ο Ηρακλής σφράγισε τις εισόδους της σπηλιάς για να παγιδέψει το λιοντάρι.
Λεξιλόγιο

Ρόπαλο

Μεγάλο και χοντρό ξύλο που χρησιμοποιείται σαν όπλο για να χτυπήσει κάποιος.

Ο Ηρακλής χρησιμοποίησε το ρόπαλό του για να χτυπήσει το λιοντάρι.
Λεξιλόγιο

Πανωφόρι

Ρούχο που φοριέται πάνω από τα άλλα ρούχα, σαν κάπα ή μανδύας.

Ο Ηρακλής έφτιαξε ένα πανωφόρι από το δέρμα του νεκρού λιονταριού.
Λεξιλόγιο

Αναθέτω

Δίνω σε κάποιον μια δουλειά ή αποστολή που πρέπει να κάνει.

Ο Ευρυσθέας ανέθεσε στον Ηρακλή δώδεκα πολύ δύσκολους άθλους.
Λεξιλόγιο

Θανατηφόρος

Κάτι που μπορεί να προκαλέσει θάνατο, πολύ επικίνδυνο.

Η Ύδρα είχε θανατηφόρο δηλητήριο στο αίμα της.
Λεξιλόγιο

Δηλητήριο

Ουσία που προκαλεί αρρώστια ή θάνατο σε όποιον την ακουμπήσει ή την πιει.

Η Ύδρα είχε δηλητηριασμένο αίμα που ήταν πολύ επικίνδυνο.