Γλωσσάρι

Ο Οδυσσέας κατεβαίνει στον Άδη

Εμφανίζονται 18 όροι

Ιστορικός όρος

Κάτω Κόσμος

Ο τόπος όπου πήγαιναν οι ψυχές των νεκρών στην ελληνική μυθολογία.

Ιστορικός όρος

Κιμμέριοι

Μυθικός λαός που ζούσε κοντά στην είσοδο του Κάτω Κόσμου, σε τόπο με αιώνιο σκοτάδι.

Ιστορικός όρος

Αντίκλεια

Η μητέρα του Οδυσσέα. Πέθανε από τη θλίψη της περιμένοντας τον γιο της να γυρίσει.

Ιστορικός όρος

Τηλέμαχος

Ο γιος του Οδυσσέα και της Πηνελόπης. Είχε μεγαλώσει όσο ο πατέρας του έλειπε.

Ιστορικός όρος

Σειρήνες

Μυθικά πλάσματα με γυναικείο κεφάλι και σώμα πουλιού. Με το τραγούδι τους παρέσερναν τους ναυτικούς στον θάνατο.

Ιστορικός όρος

Σκύλλα

Τέρας με έξι κεφάλια που άρπαζε ναυτικούς από τα πλοία που περνούσαν από το στενό.

Ιστορικός όρος

Χάρυβδη

Τέρας που ρουφούσε το νερό και τα καράβια που περνούσαν από το στενό απέναντι από τη Σκύλλα.

Ιστορικός όρος

Βόδια του Ήλιου

Τα ιερά ζώα του θεού Ήλιου. Ο Τειρεσίας προειδοποίησε τον Οδυσσέα να μην τα πειράξουν.

Λεξιλόγιο

Θυσία

Προσφορά ζώου ή αντικειμένου στους θεούς.

Ο Οδυσσέας έκανε θυσία για να εμφανιστούν οι νεκροί.
Λεξιλόγιο

Εμφανίζομαι

Γίνομαι ορατός, φαίνομαι ξαφνικά.

Οι ψυχές των νεκρών εμφανίστηκαν μπροστά στον Οδυσσέα.
Λεξιλόγιο

Αποκαλύπτω

Φανερώνω κάτι που ήταν κρυφό ή άγνωστο.

Ο Τειρεσίας αποκάλυψε ότι ο Ποσειδώνας εμπόδιζε την επιστροφή του Οδυσσέα.
Λεξιλόγιο

Πιστός

Αυτός που μένει αφοσιωμένος και δεν προδίδει.

Η Πηνελόπη συνέχιζε να είναι πιστή και να αγαπά τον Οδυσσέα.
Λεξιλόγιο

Παρασέρνω

Τραβάω κάποιον με δύναμη ή τον πείθω να κάνει κάτι.

Οι Σειρήνες με το τραγούδι τους παρέσερναν τους ναυτικούς.
Λεξιλόγιο

Βουλώνω

Κλείνω μια τρύπα ή ένα άνοιγμα.

Ο Οδυσσέας βούλωσε με κερί τα αυτιά των αντρών του.
Λεξιλόγιο

Συμπολεμιστές

Αυτοί που πολεμούν μαζί, στον ίδιο στρατό.

Στον Άδη ο Οδυσσέας είδε τους συμπολεμιστές του, τον Αχιλλέα και τον Αγαμέμνονα.
Λεξιλόγιο

Κατάρτι

Το ψηλό ξύλο στο κέντρο του πλοίου που κρατάει το πανί.

Ο Οδυσσέας ζήτησε να τον δέσουν στο κατάρτι του πλοίου.
Λεξιλόγιο

Στενό

Στενό πέρασμα ανάμεσα σε δύο στεριές ή βράχους.

Το πλοίο πέρασε από το στενό της Σκύλλας και της Χάρυβδης.
Λεξιλόγιο

Αρπάζω

Παίρνω κάτι με βία και γρήγορα.

Η Σκύλλα άρπαξε έξι συντρόφους του Οδυσσέα.