Γλωσσάρι

Θησέας: ο Αθηναίος Ήρωας. Οι πρώτοι άθλοι

Εμφανίζονται 16 όροι

Ιστορικός όρος

Θησέας

Ο μεγαλύτερος ήρωας της Αθήνας, γιος του βασιλιά Αιγέα και της πριγκίπισσας Αίθρας. Είχε ως πρότυπο τον Ηρακλή.

Ιστορικός όρος

Αιγέας

Βασιλιάς της Αθήνας και πατέρας του Θησέα. Έκρυψε το ξίφος και τα σανδάλια του κάτω από έναν βράχο για τον γιο του.

Ιστορικός όρος

Αίθρα

Πριγκίπισσα της Τροιζήνας και μητέρα του Θησέα. Τον μεγάλωσε μαζί με τον παππού του, τον Πιτθέα.

Ιστορικός όρος

Μήδεια

Η γυναίκα του Αιγέα που θέλησε να σκοτώσει τον Θησέα για να μην χάσει το παιδί της τον θρόνο.

Λεξιλόγιο

Πλούσιος

Κάποιος που έχει πολλά χρήματα και αγαθά.

Η Αθήνα ήταν μια αρκετά πλούσια πόλη όταν βασιλιάς ήταν ο Αιγέας.
Λεξιλόγιο

Φιλοξενώ

Δέχομαι κάποιον στο σπίτι μου και τον περιποιούμαι.

Ο βασιλιάς Πιτθέας φιλοξένησε τον Αιγέα στην Τροιζήνα.
Λεξιλόγιο

Έγκυος

Γυναίκα που περιμένει μωρό.

Η Αίθρα έμεινε έγκυος και γέννησε τον Θησέα.
Λεξιλόγιο

Ενηλικιώνομαι

Γίνομαι ενήλικας, μεγαλώνω αρκετά για να θεωρούμαι μεγάλος.

Όταν ο Θησέας ενηλικιώθηκε, σήκωσε τον βράχο και πήρε τα αντικείμενα του πατέρα του.
Λεξιλόγιο

Αποδεικτικά στοιχεία

Πράγματα που χρησιμοποιούμε για να αποδείξουμε κάτι, να δείξουμε ότι είναι αλήθεια.

Το ξίφος και τα σανδάλια ήταν τα αποδεικτικά στοιχεία ότι ο Θησέας ήταν γιος του Αιγέα.
Λεξιλόγιο

Θάρρος

Η ικανότητα να αντιμετωπίζεις κινδύνους χωρίς να φοβάσαι.

Ο Θησέας έδειξε θάρρος και γενναιότητα στο ταξίδι του προς την Αθήνα.
Λεξιλόγιο

Γενναιότητα

Η ικανότητα να κάνεις δύσκολα και επικίνδυνα πράγματα χωρίς να φοβάσαι.

Με γενναιότητα ο Θησέας αντιμετώπισε τους κινδύνους στο δρόμο.
Λεξιλόγιο

Στεριά

Η ξηρά, το έδαφος σε αντίθεση με τη θάλασσα.

Ο Θησέας επέλεξε να πάει από τη στεριά αντί να ταξιδέψει με πλοίο.
Λεξιλόγιο

Αναγνωρίζω

Καταλαβαίνω ποιος είναι κάποιος ή τι είναι κάτι.

Ο Αιγέας αναγνώρισε το ξίφος του Θησέα και τον έσωσε από τη Μήδεια.
Λεξιλόγιο

Αρετή

Καλή ιδιότητα του χαρακτήρα, όπως η τιμιότητα, η γενναιότητα, η καλοσύνη.

Ο Θησέας είχε ως πρότυπο την αρετή του Ηρακλή.
Λεξιλόγιο

Δόξα

Η φήμη και η τιμή που κερδίζει κάποιος από τα κατορθώματά του.

Ο Θησέας ήθελε να κερδίσει δόξα όπως ο Ηρακλής.
Λεξιλόγιο

Λεύκα

Είδος ψηλού δέντρου με λεπτό κορμό που λυγίζει εύκολα.

Ο Σίνης έσκιζε στα δύο τους περαστικούς χρησιμοποιώντας δύο λεύκες.