Γλωσσάρι

Η επιστροφή του Οδυσσέα: οι πρώτες περιπέτειες

Εμφανίζονται 14 όροι

Ιστορικός όρος

Οδύσσεια

Το έπος του Ομήρου που αφηγείται την επιστροφή του Οδυσσέα στην Ιθάκη μετά τον Τρωικό πόλεμο.

Ιστορικός όρος

Κίκονες

Λαός της Θράκης. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του τους επιτέθηκαν, αλλά οι Κίκονες αντεπιτέθηκαν και σκότωσαν 76 συντρόφους.

Ιστορικός όρος

Λωτοφάγοι

Λαός που έτρωγε το φρούτο λωτό. Όποιος το έτρωγε ξεχνούσε όλες τις μνήμες του και δεν ήθελε να φύγει.

Ιστορικός όρος

Κύκλωπες

Γίγαντες με ένα μόνο μάτι στο μέτωπο. Ζούσαν σε σπηλιές και έτρωγαν ανθρώπους.

Ιστορικός όρος

Πολύφημος

Ο Κύκλωπας γιος του Ποσειδώνα. Ο Οδυσσέας τον τύφλωσε για να σώσει τους συντρόφους του.

Λεξιλόγιο

Σύντροφος

Αυτός που συνοδεύει κάποιον σε ένα ταξίδι ή μια περιπέτεια.

Ο Οδυσσέας έφυγε μαζί με πολλούς συντρόφους του από την Τροία.
Λεξιλόγιο

Καταιγίδα

Πολύ δυνατή βροχή με αέρα και αστραπές.

Μια δυνατή καταιγίδα έστειλε τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στη χώρα των Λωτοφάγων.
Λεξιλόγιο

Σβήνω

Εξαφανίζω, κάνω κάτι να χαθεί.

Αφού έφαγαν λωτό σβήστηκαν όλες τους οι μνήμες.
Λεξιλόγιο

Πελώριος

Πάρα πολύ μεγάλος, τεράστιος.

Βρήκαν μια πελώρια σπηλιά με γάλα, τυρί και πολλά κριάρια.
Λεξιλόγιο

Μεθώ

Πίνω πολύ κρασί και χάνω τον έλεγχο.

Ο Πολύφημος μέθυσε και κοιμήθηκε.
Λεξιλόγιο

Εγκλωβισμένος

Αυτός που δεν μπορεί να βγει από κάπου, παγιδευμένος.

Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι ήταν εγκλωβισμένοι στη σπηλιά.
Λεξιλόγιο

Δραπετεύω

Καταφέρνω να φύγω από κάπου που με κρατούσαν.

Κατάφεραν να δραπετεύσουν κρυμμένοι κάτω από τις κοιλιές των κριαριών.
Λεξιλόγιο

Ουρλιάζω

Φωνάζω πολύ δυνατά από πόνο ή θυμό.

Οι υπόλοιποι Κύκλωπες άκουσαν τα ουρλιαχτά του Πολύφημου.
Λεξιλόγιο

Επιπόλαια

Χωρίς σκέψη, απερίσκεπτα, βιαστικά.

Ο Οδυσσέας, επιπόλαια, φώναξε το πραγματικό του όνομα στον Πολύφημο.