Γλωσσάρι

Άνεμοι, γίγαντες και η μάγισσα Κίρκη

Εμφανίζονται 17 όροι

Ιστορικός όρος

Αίολος

Ο θεός των ανέμων. Φιλοξένησε τον Οδυσσέα και του έδωσε ένα σάκο με όλους τους άγριους ανέμους.

Ιστορικός όρος

Ζέφυρος

Ο δυτικός άνεμος, ο μόνος που άφησε ελεύθερο ο Αίολος για να κατευθύνει το καράβι προς την Ιθάκη.

Ιστορικός όρος

Λαιστρυγόνες

Ψηλοί και άγριοι γίγαντες που έτρωγαν ανθρώπους. Κατέστρεψαν 11 από τα 12 πλοία του Οδυσσέα.

Ιστορικός όρος

Κίρκη

Πανέμορφη μάγισσα που ζούσε σε νησί. Μεταμόρφωσε τους συντρόφους του Οδυσσέα σε γουρούνια.

Ιστορικός όρος

Τειρεσίας

Διάσημος τυφλός μάντης. Η Κίρκη συμβούλεψε τον Οδυσσέα να τον επισκεφθεί στον Άδη για να μάθει τον δρόμο της επιστροφής.

Ιστορικός όρος

Άδης

Ο κάτω κόσμος, ο τόπος όπου πήγαιναν οι ψυχές των νεκρών στην ελληνική μυθολογία.

Λεξιλόγιο

Ανυπακοή

Το να μην υπακούς, να μην κάνεις αυτό που σου λένε.

Η ανυπακοή των συντρόφων του Οδυσσέα τους απομάκρυνε από την Ιθάκη.
Λεξιλόγιο

Αναχώρηση

Η στιγμή που φεύγεις από κάπου.

Κατά την αναχώρηση, ο Αίολος έδωσε στον Οδυσσέα έναν σάκο με τους ανέμους.
Λεξιλόγιο

Άγριος

Αυτός που είναι βίαιος και επικίνδυνος, που δεν είναι ήμερος.

Οι Λαιστρυγόνες ήταν ψηλοί και άγριοι γίγαντες.
Λεξιλόγιο

Επιβιώνω

Καταφέρνω να μείνω ζωντανός σε δύσκολες συνθήκες.

Όσοι επιβίωσαν κατάφεραν να φτάσουν στο νησί της Κίρκης.
Λεξιλόγιο

Μαγικό ποτό

Ποτό με μαγικές ιδιότητες που μπορεί να αλλάξει κάποιον.

Η Κίρκη τους πρόσφερε ένα μαγικό ποτό και τους μεταμόρφωσε σε γουρούνια.
Λεξιλόγιο

Μεταμορφώνομαι

Αλλάζω μορφή, γίνομαι κάτι άλλο.

Οι σύντροφοι του Οδυσσέα μεταμορφώθηκαν σε γουρούνια από την Κίρκη.
Λεξιλόγιο

Αντίδοτο

Φάρμακο που εξουδετερώνει τη δράση ενός δηλητηρίου ή μαγείας.

Ο Ερμής έδωσε στον Οδυσσέα ένα αντίδοτο για το μαγικό ποτό της Κίρκης.
Λεξιλόγιο

Εντυπωσιάζομαι

Νιώθω θαυμασμό για κάτι που βλέπω ή ακούω.

Η Κίρκη εντυπωσιάστηκε όταν το μαγικό της δεν λειτούργησε στον Οδυσσέα.
Λεξιλόγιο

Αποχαιρετώ

Λέω αντίο σε κάποιον πριν φύγω.

Η Κίρκη τους αποχαιρέτησε και τους συμβούλεψε να επισκεφθούν τον Τειρεσία.
Λεξιλόγιο

Επισκέπτομαι

Πηγαίνω να δω κάποιον ή κάπου.

Ο Οδυσσέας έπρεπε να επισκεφθεί τον μάντη Τειρεσία στον Άδη.
Λεξιλόγιο

Απομακρύνομαι

Φεύγω μακριά από κάπου ή από κάποιον.

Το πλοίο του Οδυσσέα απομακρύνθηκε βιαστικά από τους Λαιστρυγόνες.