Γλωσσάρι

Οι πρώτοι νεολιθικοί οικισμοί στην Ελλάδα: Σέσκλο, Διμήνι, Δισπηλιό

Εμφανίζονται 14 όροι

Ιστορικός όρος

Σέσκλο

Νεολιθικός οικισμός στη Θεσσαλία, χτισμένος σε λόφο, κοντά στον Βόλο. Κατοικείται για πρώτη φορά περίπου το 6.800 π.Χ.

Ιστορικός όρος

Διμήνι

Νεολιθικός οικισμός στη Θεσσαλία, χτισμένος σε χαμηλό λόφο κοντά στο βουνό Πήλιο και δίπλα σε ποτάμι και μεγάλη πεδιάδα. Εμφανίζεται περίπου το 4.800 π.Χ.

Ιστορικός όρος

Δισπηλιό

Λιμναίος οικισμός στη Μακεδονία, στην Καστοριά. Ξεχωρίζει γιατί δεν είναι χτισμένος σε λόφο αλλά μέσα στη λίμνη. Δημιουργείται περίπου το 5.000 π.Χ.

Λεξιλόγιο

Αρχαιολόγος

Ο επιστήμονας που μελετά τα αρχαία αντικείμενα και ερείπια για να μάθουμε για το παρελθόν.

Οι αρχαιολόγοι προσπαθούν να ανακαλύψουν όσο περισσότερους νεολιθικούς οικισμούς μπορούν.
Λεξιλόγιο

Λόφος

Μικρό ύψωμα του εδάφους, χαμηλότερο από βουνό.

Ο οικισμός στο Σέσκλο είναι χτισμένος σε λόφο.
Λεξιλόγιο

Πεδιάδα

Μεγάλη επίπεδη έκταση γης.

Το Διμήνι βρίσκεται δίπλα σε ποτάμι και μια μεγάλη πεδιάδα.
Λεξιλόγιο

Κάτοικος

Αυτός που ζει σε έναν τόπο.

Οι κάτοικοι των οικισμών ασχολούνταν με τα ίδια πράγματα: καλλιεργούσαν τη γη.
Λεξιλόγιο

Νηστικός

Αυτός που δεν έχει φάει.

Οι τροφοσυλλέκτες πολλές φορές έμεναν νηστικοί όταν δεν έβρισκαν τροφή.
Λεξιλόγιο

Εξασφαλίζω

Φροντίζω να έχω κάτι σίγουρα.

Οι άνθρωποι έμεναν μόνιμα στον ίδιο τόπο για να εξασφαλίζουν τροφή.
Λεξιλόγιο

Καταφέρνω

Τα καταφέρνω, πετυχαίνω κάτι δύσκολο.

Οι άνθρωποι κατάφερναν σταθερά να εξασφαλίζουν τροφή.
Λεξιλόγιο

Οικισμός

Τόπος όπου ζουν μόνιμα άνθρωποι, με σπίτια και οργάνωση.

Οι νεολιθικοί οικισμοί που βρέθηκαν στην Ελλάδα έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους.
Λεξιλόγιο

Κριθάρι

Δημητριακό που χρησιμοποιείται για τροφή ανθρώπων και ζώων.

Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν κυρίως κριθάρι, βρόμη και σιτάρι.
Λεξιλόγιο

Βρόμη

Δημητριακό που χρησιμοποιείται ως τροφή.

Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν κυρίως κριθάρι, βρόμη και σιτάρι.