Γλωσσάρι: Σπάρτη - Κοινωνική και πολιτική οργάνωση

Ενότητα Β΄ • Αρχαϊκή Εποχή

Δ' Δημοτικού • Ιστορία

Εμφανίζονται 16 όροι
Ιστορικός όρος

Σπάρτη

Πόλη-κράτος στη Λακωνία που δημιουργήθηκε από τους Δωριείς το 950 π.Χ. Ήταν από τις σημαντικότερες δυνάμεις στον ελλαδικό χώρο.

Ιστορικός όρος

Όμοιοι

Οι Σπαρτιάτες πολίτες που ζούσαν μέσα στην πόλη και είχαν πολιτικά δικαιώματα.

Ιστορικός όρος

Περίοικοι

Ελεύθεροι κάτοικοι που ζούσαν έξω από την πόλη της Σπάρτης χωρίς πολιτικά δικαιώματα.

Ιστορικός όρος

Είλωτες

Δούλοι στη Σπάρτη που κατάγονταν από τους αρχικούς κατοίκους της περιοχής. Ήταν πολύ περισσότεροι από τους Σπαρτιάτες.

Ιστορικός όρος

Δύο βασιλιάδες

Οι δύο βασιλείς της Σπάρτης που ήταν αρχηγοί του στρατού αλλά δεν είχαν πολύ μεγάλη πολιτική δύναμη.

Ιστορικός όρος

Γερουσία

Συμβούλιο 30 μελών στη Σπάρτη που προετοίμαζε τα θέματα για την Απέλλα και δίκαζε σοβαρές υποθέσεις.

Ιστορικός όρος

Απέλλα

Η συνέλευση όλων των Σπαρτιατών άνω των 30 ετών. Εκεί οι πολίτες αποφάσιζαν αν συμφωνούν ή διαφωνούν με τις προτάσεις.

Ιστορικός όρος

Έφοροι

Οι πέντε άρχοντες που εκλέγονταν κάθε χρόνο από την Απέλλα. Είχαν τη μεγαλύτερη δύναμη στη Σπάρτη.

Λεξιλόγιο

Πειθαρχία

Η υπακοή στους κανόνες και τις εντολές χωρίς αντίρρηση.

Η Σπάρτη χαρακτηριζόταν από αυστηρή πειθαρχία στην καθημερινή ζωή.
Λεξιλόγιο

Λιτότητα

Ο απλός τρόπος ζωής χωρίς πολυτέλειες και περιττά πράγματα.

Οι Σπαρτιάτες ζούσαν με λιτότητα για να είναι πάντα έτοιμοι για πόλεμο.
Λεξιλόγιο

Υποδουλώνω

Κάνω κάποιον δούλο, του αφαιρώ την ελευθερία.

Οι Δωριείς υποδούλωσαν τους αρχικούς κατοίκους της Λακωνίας και τους έκαναν είλωτες.
Λεξιλόγιο

Αυστηρός

Αυτός που επιβάλλει σκληρούς κανόνες χωρίς ευελιξία.

Οι νόμοι της Σπάρτης ήταν πολύ αυστηροί και δεν επέτρεπαν πολλές ελευθερίες.
Λεξιλόγιο

Δούλος

Άνθρωπος που δεν έχει ελευθερία και ανήκει σε κάποιον άλλο.

Οι είλωτες ήταν δούλοι που δούλευαν στα χωράφια των Σπαρτιατών.
Λεξιλόγιο

Αξίωμα

Σημαντική θέση εξουσίας σε μια πόλη ή κράτος.

Οι έφοροι είχαν το πιο σημαντικό αξίωμα στη Σπάρτη.
Λεξιλόγιο

Μόνιμος

Αυτός που παραμένει σταθερός για πολύ καιρό, που δεν αλλάζει.

Τα μέλη της Γερουσίας ήταν 30 και ήταν μόνιμα σε αυτή τη θέση.