Γλωσσάρι: Η καθημερινή ζωή στα ελληνιστικά χρόνια

Ενότητα Ζ΄ • Ελληνιστικά χρόνια

Δ' Δημοτικού • Ιστορία

Εμφανίζονται 25 όροι
Ιστορικός όρος

Ελληνιστικά χρόνια

Η ιστορική περίοδος από τον θάνατο του Μ. Αλεξάνδρου (323 π.Χ.) μέχρι την κατάκτηση της Αιγύπτου από τους Ρωμαίους (30 π.Χ.), όπου ο ελληνικός πολιτισμός εξαπλώθηκε στην Ανατολή.

Ιστορικός όρος

Ελληνιστική κοινή

Η ενιαία ελληνική γλώσσα, πιο απλή στη μορφή, που μιλούσαν και έγραφαν Έλληνες και ντόπιοι σε όλα τα ελληνιστικά βασίλεια.

Ιστορικός όρος

Δώδεκα Θεοί

Οι θεοί του Ολύμπου που συνέχισαν στα ελληνιστικά χρόνια να λατρεύουν οι Έλληνες, οι οποίοι όμως υιοθέτησαν και νέους θεούς.

Ιστορικός όρος

Θεοί της Ανατολής

Θεοί που λάτρευαν οι λαοί της Ανατολής, όπως η Ίσιδα και ο Σάραπης, τους οποίους άρχισαν να λατρεύουν και οι Έλληνες.

Ιστορικός όρος

Ίσιδα

Θεά της Ανατολής που άρχισαν να λατρεύουν οι Έλληνες στα ελληνιστικά χρόνια.

Ιστορικός όρος

Σάραπης

Θεός της Ανατολής που άρχισαν να λατρεύουν οι Έλληνες στα ελληνιστικά χρόνια.

Ιστορικός όρος

Αρσινόη

Ελληνική πόλη που δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο από τους Σελευκίδες.

Ιστορικός όρος

Πτολεμαΐδα

Ελληνική πόλη που δημιουργήθηκε στην Αίγυπτο από τους Σελευκίδες.

Ιστορικός όρος

Εμπορικοί δρόμοι

Δρόμοι στη στεριά και τη θάλασσα που δημιουργήθηκαν για το εμπόριο, φέρνοντας προϊόντα από την Κίνα και την Ινδία.

Λεξιλόγιο

Κληρονομώ

Παίρνω κάτι από κάποιον μετά τον θάνατό του.

Την τεράστια αυτοκρατορία που δημιούργησε ο Μέγας Αλέξανδρος την κληρονόμησαν οι διάδοχοί του.
Λεξιλόγιο

Ιππόδρομος

Χώρος όπου γίνονταν αγώνες με άλογα.

Στις πόλεις κατασκευάστηκαν μεγάλα έργα, όπως δρόμοι, πλατείες, ναοί, ιππόδρομοι και ανάκτορα.
Λεξιλόγιο

Μετάξι

Πολύτιμο ύφασμα που παραγόταν στην Κίνα.

Νέα προϊόντα, όπως το μετάξι και τα αρώματα, άρχισαν να φτάνουν στη Μεσόγειο από την Κίνα και την Ινδία.
Λεξιλόγιο

Έποικος

Αυτός που εγκαθίσταται σε μια νέα χώρα για να ζήσει και να εργαστεί.

Οι έποικοι, όπως ονομάζονταν οι Έλληνες, δούλευαν ως έμποροι ή μισθοφόροι.
Λεξιλόγιο

Ντόπιος

Αυτός που γεννήθηκε και ζει σε έναν τόπο.

Οι ντόπιοι ασχολούνταν με την ύπαιθρο για την τροφοδοσία των πόλεων.
Λεξιλόγιο

Ύπαιθρος

Η περιοχή έξω από τις πόλεις, η εξοχή.

Οι ντόπιοι ασχολούνταν με την ύπαιθρο που ήταν πολύ σημαντική για την τροφοδοσία των πόλεων.
Λεξιλόγιο

Τροφοδοσία

Η παροχή τροφίμων και άλλων αναγκαίων αγαθών.

Η ύπαιθρος ήταν πολύ σημαντική για την τροφοδοσία των πόλεων.
Λεξιλόγιο

Ιερέας

Άνθρωπος που υπηρετεί τη θρησκεία και τελεί τις θρησκευτικές τελετές.

Κάποιοι ντόπιοι ήταν ιερείς.
Λεξιλόγιο

Λατρεύω

Τιμώ και προσκυνώ έναν θεό.

Οι Έλληνες άρχισαν να λατρεύουν και Θεούς της Ανατολής.
Λεξιλόγιο

Πανηγύρι

Μεγάλη γιορτή με θρησκευτικό χαρακτήρα, συνήθως προς τιμήν ενός θεού.

Οι Έλληνες συμμετείχαν σε θρησκευτικές γιορτές των ντόπιων και σε πανηγύρια.
Λεξιλόγιο

Ενιαίος

Αυτός που είναι κοινός για όλους, ίδιος παντού.

Έλληνες και ντόπιοι μιλούσαν και έγραφαν μία ενιαία ελληνική γλώσσα.
Λεξιλόγιο

Ένταση

Κατάσταση έντονης διαφωνίας ή σύγκρουσης.

Το εμπόριο ήταν τόσο σημαντικό, που συχνά δημιουργούσε εντάσεις και πολέμους.
Λεξιλόγιο

Εγκαταλείπω

Φεύγω από κάπου και το αφήνω πίσω μου.

Πολλοί Έλληνες εγκατέλειπαν την Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή.
Λεξιλόγιο

Δημόσιο

Το κράτος και οι υπηρεσίες του.

Οι Έλληνες δούλευαν συχνά ως έμποροι και μισθοφόροι ή αποκτούσαν υψηλές θέσεις στο δημόσιο.
Λεξιλόγιο

Αναλαμβάνω

Παίρνω την ευθύνη για κάτι ή αρχίζω να κάνω κάτι.

Οι έποικοι αναλάμβαναν υψηλές θέσεις στον στρατό και το κράτος.
Λεξιλόγιο

Πολύτιμος λίθος

Σπάνια πέτρα μεγάλης αξίας που χρησιμοποιείται σε κοσμήματα.

Νέα προϊόντα όπως τα μαχαιρικά και οι πολύτιμοι λίθοι άρχισαν να φτάνουν από την Κίνα και την Ινδία.