Γλωσσάρι: Η ανασυγκρότηση της Ελλάδας και η ανακοπή της πορείας της από τη Δικτατορία του 1967 (1950-1974)

Ενότητα Ε΄ • Η Ελλάδα κατά τον 20ό αιώνα

ΣΤ' Δημοτικού • Ιστορία

Εμφανίζονται 24 όροι
Ιστορικός όρος

Εμφύλιος πόλεμος

Ο πόλεμος μεταξύ Ελλήνων που ακολούθησε τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και την Κατοχή.

Ιστορικός όρος

Κωνσταντίνος Καραμανλής

Πολιτικός που ανέλαβε την κυβέρνηση της χώρας μετά τα Σεπτεμβριανά του 1955 και κυβέρνησε για οχτώ χρόνια.

Ιστορικός όρος

Σεπτεμβριανά (Σεπτέμβριος 1955)

Τα γεγονότα του Σεπτεμβρίου 1955 στην Κωνσταντινούπολη, όταν μια οργανωμένη τουρκική ομάδα επιτέθηκε σε Έλληνες αλλά και Αρμενίους, καταστρέφοντας 4000 σπίτια, 1000 καταστήματα, 26 σχολεία και 73 εκκλησίες.

Ιστορικός όρος

Κυπριακό ζήτημα

Το ζήτημα της Κύπρου, στην οποία ζούσαν Έλληνες αλλά και Τούρκοι.

Ιστορικός όρος

Σύνταγμα του 1952

Το Σύνταγμα που άλλαξε το 1952, μαζί με την ένταξη της Ελλάδας στη Βορειοατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ), ώστε να προστατευθεί από τους εχθρούς της.

Ιστορικός όρος

ΝΑΤΟ (Βορειοατλαντική Συμμαχία)

Η Βορειοατλαντική Συμμαχία στην οποία εντάχθηκε η Ελλάδα το 1952, ώστε να προστατευθεί από τους εχθρούς της.

Ιστορικός όρος

Ε.Ο.Κ. (Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα)

Η Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, στην οποία η Ελλάδα συμφώνησε να μπει το 1961, κάτι που όμως υλοποιήθηκε το 1981.

Ιστορικός όρος

Γεώργιος Παπανδρέου

Πολιτικός που πήρε την εξουσία το 1963.

Ιστορικός όρος

Κωνσταντίνος Β'

Ο βασιλιάς της Ελλάδας από το 1964 που αρνήθηκε να στηρίξει την κυβέρνηση Παπανδρέου το 1965, οδηγώντας στην πτώση της.

Ιστορικός όρος

Δικτατορία του 1967 (21 Απριλίου 1967)

Το δικτατορικό καθεστώς που επιβλήθηκε στις 21 Απριλίου 1967, με αρχηγό τον Γεώργιο Παπαδόπουλο.

Ιστορικός όρος

Γεώργιος Παπαδόπουλος

Ο αρχηγός της δικτατορίας που επιβλήθηκε στις 21 Απριλίου 1967. Ανατράπηκε από τον ταξίαρχο Δημήτριο Ιωαννίδη λίγες μέρες μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου.

Ιστορικός όρος

Εξέγερση του Πολυτεχνείου (14-17 Νοεμβρίου 1973)

Η φοιτητική εξέγερση που κορυφώθηκε στις 14-17 Νοεμβρίου 1973, κορυφαία στιγμή της αντίστασης του ελληνικού λαού στη δικτατορία. Η εξέγερση ολοκληρώθηκε στις 17 Νοεμβρίου, έπειτα από βίαια παρέμβαση της δικτατορίας.

Ιστορικός όρος

Δημήτριος Ιωαννίδης

Ο ταξίαρχος που ανέτρεψε τον Παπαδόπουλο λίγες μέρες μετά την εξέγερση του Πολυτεχνείου, επιβάλλοντας ακόμα πιο σκληρή δικτατορία που κράτησε μέχρι το καλοκαίρι του 1974.

Ιστορικός όρος

Τουρκική εισβολή στην Κύπρο (1974)

Η εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο το καλοκαίρι του 1974, η οποία ανάγκασε τους δικτάτορες να παραιτηθούν.

Ιστορικός όρος

Πτώση της δικτατορίας (1974)

Η κατάρρευση του δικτατορικού καθεστώτος το 1974, μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, που επιβράδυνε τη θετική πορεία της Ελλάδας.

Ιστορικός όρος

Βασιλιάς Παύλος

Ο βασιλιάς της Ελλάδας κατά την περίοδο του οποίου κορυφώθηκαν οι αντιπαραθέσεις μεταξύ θρόνου και πολιτικών κομμάτων.

Λεξιλόγιο

Δικτατορία

Πολιτικό σύστημα στο οποίο καταργείται η Βουλή και όλες οι εξουσίες συγκεντρώνονται σε ένα άτομο ή μια μικρή ομάδα, χωρίς δημοκρατικό έλεγχο.

Το 1967 στη χώρα επιβλήθηκε δικτατορία, που επιβράδυνε τη θετική της πορεία.
Λεξιλόγιο

Αξιοκρατία

Η αρχή ή το σύστημα επιλογής των πιο άξιων και κατάλληλων ατόμων για κάθε θέση ή ρόλο, με βάση τις ικανότητες και τα προσόντα τους.

Κατά τη δικτατορία δεν υπήρχε ελευθερία έκφρασης και αξιοκρατία.
Λεξιλόγιο

Ανασυγκρότηση

Η διαδικασία αναδιοργάνωσης και επανοικοδόμησης μιας χώρας μετά από καταστροφή.

Μετά τους πολέμους, ξεκίνησε η ανασυγκρότηση της Ελλάδας.
Λεξιλόγιο

Αστάθεια

Η κατάσταση κατά την οποία κάτι δεν είναι σταθερό ή ασφαλές.

Η κρίση ενίσχυσε την πολιτική αστάθεια της χώρας.
Λεξιλόγιο

Βασανιστήριο

Η σκόπιμη πρόκληση σωματικού ή ψυχικού πόνου σε κάποιον.

Τα βασανιστήρια σε όσους διαφωνούσαν με το καθεστώς ήταν συχνά.
Λεξιλόγιο

Έχθρα

Το έντονο αρνητικό συναίσθημα απέναντι σε κάποιον.

Μετά τον εμφύλιο υπήρχαν μίση και έχθρες ανάμεσα στους Έλληνες.
Λεξιλόγιο

Αντιπαράθεση

Η σύγκρουση ή διαφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων πλευρών.

Οι αντιπαραθέσεις που υπήρχαν ήδη από την περίοδο του βασιλιά Παύλου κορυφώθηκαν.
Λεξιλόγιο

Απομονώνω

Χωρίζω κάποιον από τους άλλους, τον αφήνω μόνο του.

Σε διεθνές επίπεδο, η Ελλάδα απομονώθηκε και σταμάτησε να έχει σχέσεις με τις άλλες Δυτικές χώρες, με εξαίρεση τις Η.Π.Α.