Γλωσσάρι: Ο ελληνικός αποικισμός

Ενότητα Β΄ • Αρχαϊκή Εποχή

Δ' Δημοτικού • Ιστορία

Εμφανίζονται 16 όροι
Ιστορικός όρος

Ελληνικός αποικισμός

Η περίοδος (8ος-6ος αι. π.Χ.) που οι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες στη Μεσόγειο και τον Εύξεινο Πόντο.

Ιστορικός όρος

Μητρόπολη

Η πόλη-κράτος από την οποία έφευγαν οι άποικοι για να ιδρύσουν μια νέα αποικία.

Ιστορικός όρος

Μαντείο των Δελφών

Ιερός τόπος όπου οι Έλληνες, μεταξύ άλλων, ρωτούσαν τον θεό Απόλλωνα πριν ιδρύσουν αποικία.

Ιστορικός όρος

Εύξεινος Πόντος

Η Μαύρη Θάλασσα, όπου οι Έλληνες ίδρυσαν πολλές αποικίες κατά τον 8ο-6ο αιώνα π.Χ.

Ιστορικός όρος

Ολυμπία

Ιερός τόπος στην Πελοπόννησο όπου γίνονταν οι Ολυμπιακοί αγώνες από το 776 π.Χ.

Ιστορικός όρος

Ολυμπιακοί αγώνες

Οι σημαντικότεροι πανελλήνιοι αγώνες που ξεκίνησαν το 776 π.Χ. στην Ολυμπία προς τιμήν του Δία.

Λεξιλόγιο

Άποικος

Αυτός που φεύγει από την πατρίδα του για να εγκατασταθεί σε μια νέα περιοχή.

Οι άποικοι έφευγαν από τη μητρόπολη για να ιδρύσουν νέες πόλεις.
Λεξιλόγιο

Αποικία

Νέα πόλη που ιδρύουν άνθρωποι μακριά από την πατρίδα τους.

Οι ελληνικές αποικίες διατηρούσαν στενούς δεσμούς με τις μητροπόλεις τους.
Λεξιλόγιο

Γηγενής

Αυτός που κατάγεται και ζει στον τόπο που γεννήθηκε.

Οι άποικοι ήρθαν σε επαφή με τους γηγενείς πληθυσμούς στις νέες περιοχές.
Λεξιλόγιο

Επάγγελμα

Η δουλειά που κάνει κάποιος για να ζήσει.

Στις αποικίες αναπτύχθηκαν νέα επαγγέλματα χάρη στο εμπόριο.
Λεξιλόγιο

Εμπόριο

Η αγορά και πώληση προϊόντων μεταξύ ανθρώπων ή περιοχών.

Η ανάπτυξη του εμπορίου ήταν ένας από τους λόγους που οι Έλληνες ίδρυσαν αποικίες.
Λεξιλόγιο

Πρώτες ύλες

Τα βασικά υλικά που χρειάζονται για να φτιαχτούν άλλα προϊόντα.

Οι Έλληνες αναζητούσαν πρώτες ύλες στις νέες περιοχές για να τις φέρουν στις πόλεις τους.
Λεξιλόγιο

Καταπίεση

Η άσκηση πίεσης και βίας σε κάποιον

Η καταπίεση από τους ισχυρούς ήταν ένας λόγος που πολλοί έφυγαν για τις αποικίες.
Λεξιλόγιο

Γιορτή

Εκδήλωση χαράς και τιμής, συχνά προς τους θεούς.

Οι μητροπόλεις και οι αποικίες πραγματοποιούσαν κοινές γιορτές που ενίσχυαν τους δεσμούς τους.