Γλωσσάρι: Μετακινήσεις πληθυσμών στην Ελλάδα και στις ακτές της Μικράς Ασίας

Ενότητα Α΄ • Ομηρική Εποχή

Δ' Δημοτικού • Ιστορία

Εμφανίζονται 14 όροι
Ιστορικός όρος

Δωριείς

Ελληνικό φύλο που κατέβηκε από τη Μακεδονία και τη Θεσσαλία στη Στερεά Ελλάδα και την Πελοπόννησο τον 11ο αιώνα π.Χ.

Ιστορικός όρος

Ίωνες

Ελληνικό φύλο που δημιούργησε αποικίες στη Χίο, τη Σάμο και το κεντρικό κομμάτι της Μικράς Ασίας.

Ιστορικός όρος

Αιολείς

Ελληνικό φύλο που εγκαταστάθηκε στη Λέσβο, την Τένεδο και το βόρειο κομμάτι της Μικράς Ασίας.

Ιστορικός όρος

Μικρά Ασία

Η χερσόνησος απέναντι από την Ελλάδα, στα ανατολικά του Αιγαίου. Σήμερα ανήκει στην Τουρκία.

Ιστορικός όρος

Ελληνικά φύλα

Οι μεγάλες ομάδες Ελλήνων (Δωριείς, Ίωνες, Αιολείς) που μιλούσαν διαφορετικές διαλέκτους και είχαν διαφορετικά έθιμα.

Λεξιλόγιο

Μετανάστευση

Η μετακίνηση ανθρώπων από έναν τόπο σε έναν άλλο για να ζήσουν μόνιμα εκεί.

Από τον 10ο έως τον 8ο αιώνα π.Χ. πολλοί Έλληνες μετανάστευσαν στη Μικρά Ασία.
Λεξιλόγιο

Αποικία

Νέα πόλη που ιδρύουν άνθρωποι μακριά από την πατρίδα τους.

Οι Δωριείς, οι Ίωνες και οι Αιολείς δημιούργησαν αποικίες στη Μικρά Ασία.
Λεξιλόγιο

Φύλο

Μεγάλη ομάδα ανθρώπων με κοινή καταγωγή, γλώσσα και έθιμα.

Οι Δωριείς ήταν ένα από τα μεγάλα ελληνικά φύλα.
Λεξιλόγιο

Κτήμα

Έκταση γης που ανήκει σε κάποιον και την καλλιεργεί.

Τα κτήματα στον ελλαδικό χώρο σταμάτησαν να καλλιεργούνται λόγω των πολέμων.
Λεξιλόγιο

Τεχνίτης

Αυτός που φτιάχνει αντικείμενα με τα χέρια του, όπως αγγεία ή εργαλεία.

Οι τεχνίτες του ελλαδικού χώρου δεν έβρισκαν δουλειά και αναγκάστηκαν να φύγουν.
Λεξιλόγιο

Ναός

Κτίριο αφιερωμένο στους θεούς, όπου οι άνθρωποι πήγαιναν να προσευχηθούν.

Στις νέες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας έχτισαν πολλούς όμορφους ναούς.
Λεξιλόγιο

Εορτή

Γιορτή προς τιμή των θεών με τελετές, αγώνες και πανηγύρια.

Οι Έλληνες έκαναν λαμπρές θρησκευτικές εορτές στις αποικίες τους.
Λεξιλόγιο

Πνευματικός

Αυτός που έχει σχέση με τη σκέψη, τη μάθηση και την τέχνη.

Οι ελληνικές αποικίες στη Μικρά Ασία αναπτύχθηκαν πνευματικά και πολιτισμικά.
Λεξιλόγιο

Εγκατάσταση

Η μόνιμη τοποθέτηση και παραμονή σε ένα μέρος.

Μετά την εγκατάστασή τους στη Μικρά Ασία, οι Έλληνες γνώρισαν νέους πολιτισμούς.