Ένα από τα Επτά Θαύματα του Κόσμου
Το Άγαλμα του Ολυμπίου Διός ήταν ένα κολοσσιαίο χρυσελεφάντινο άγαλμα του θεού Δία, περίπου 13 μέτρα ύψος, που δημιουργήθηκε από τον Αθηναίο γλύπτη Φειδία περίπου το 435 π.Χ.
Τοποθετήθηκε μέσα στον Ναό του Διός στο Ιερό της Ολυμπίας και ήταν ένα από τα πιο μεγαλοπρεπή μνημεία της αρχαιότητας.
«Ήταν σαν να ύψωνε ο Δίας το ανάστημά του» Στράβων, 1ος αι. π.Χ.
Στοιχεία του Αγάλματος
Τοποθεσία
Ναός του Διός, Ιερό της Ολυμπίας, δυτική Πελοπόννησος (37°38′16″N 21°37′48″E)
Δημιουργός
Φειδίας, ο διάσημος Αθηναίος γλύπτης που δημιούργησε και την Αθηνά Παρθένο
Τεχνική
Χρυσελεφάντινη: ξύλινος σκελετός επενδυμένος με χρυσό και ελεφαντόδοντο
Ο Ναός
Χτίστηκε το 470 π.Χ. από τον αρχιτέκτονα Λίβωνα τον Ηλείο
Ιστορικό Πλαίσιο
Το Ιερό της Ολυμπίας ήταν ιερός τόπος από την αρχαιότητα. Από το 1000 π.Χ. δέσποζε το Ηραίον, ένας από τους αρχαιότερους ναούς της Ελλάδας, αφιερωμένος στην Ήρα. Κοντά βρισκόταν το στάδιο των Ολυμπιακών Αγώνων.
Οι Ηλείοι, έχοντας ακούσει για την περίφημη Αθηνά Παρθένο του Φειδία στον Παρθενώνα, επιθύμησαν ένα παρόμοιο μεγαλούργημα. Όταν ο γλύπτης έφυγε από την Αθήνα για πολιτικούς λόγους, κλήθηκε στην Ολυμπία για να δημιουργήσει το άγαλμα.
Η Τεχνική του Φειδία
Η κατασκευή του έργου διήρκεσε δύο Ολυμπιακές περιόδους (8 χρόνια). Η τεχνική βασιζόταν σε ξύλινο σκελετό που εμποτιζόταν με ειδικό υγρό για να μην αποξηρανθεί.
Υλικά Κατασκευής
Ξύλο
Ο σκελετός του αγάλματος
Χρυσός
Φύλλα χρυσού για την επένδυση
Ελεφαντόδοντο
Πλάκες για το δέρμα της μορφής
Πολύτιμοι λίθοι
Για τους οφθαλμούς
Περιγραφή του Αγάλματος
Ο καθήμενος Ζεύς ξεχώριζε μέσα στον ναό επάνω σε τρία σκαλοπάτια. Στο δεξί χέρι κρατούσε χρυσελεφάντινο άγαλμα της θεάς Νίκης. Στο αριστερό το σκήπτρο του με τον αετό στην κορυφή. Το μανδύα ήταν από μάρμαρο ντυμένο με φύλλα χρυσού και το δάφνινο στεφάνι από πράσινο σμάλτο.
Κατασκευασμένος από ελεφαντόδοντο, χρυσό, έβενο και πολύτιμους λίθους. Τους βραχίονες στήριζαν γλυπτές Σφίγγες. Σε κάθε πόδι υπήρχαν τέσσερις μορφές Νικών. Στο ανώτατο τμήμα ο Φειδίας έπλασε τις Χάριτες και τις Ώρες.
Η θανάτωση των παιδιών της Νιόβης. Ο Ηρακλής με τις Αμαζόνες. Η Αναδυόμενη Αφροδίτη. Το άρμα του Ηλίου και της Σελήνης. Ζωγραφικές παραστάσεις από τον ζωγράφο Πάναινο, συγγενή του Φειδία.
Ανακαλύφθηκε εκ νέου το 1954-1958. Βρέθηκαν εργαλεία, θραύσματα ελεφαντοδόντου, πολύτιμοι λίθοι, πήλινα καλούπια και μία κούπα με την επιγραφή «ΦΕΙΔΙΟΥ ΕΙΜΙ» (Ανήκω στον Φειδία).
Η Έμπνευση του Φειδία
Όταν ο Πάναινος ρώτησε τον Φειδία πώς εμπνεύστηκε τη μορφή του Δία, εκείνος απάντησε με στίχους του Ομήρου:
«Είπε, τα μαύρα φρύδια του χαμήλωσε ο Κρονίδης, έκλινε από τ' αθάνατο κεφάλι του κυρίου η θεία κόμη και ο τρανός ο Όλυμπος εσείσθη.» Όμηρος, Ιλιάδα 1.528-530
Παρόλα αυτά, ο Δίας του Φειδία ήταν ήρεμος και μειλίχιος, ένας θεός που αγαπούσε και νοιαζόταν για τον άνθρωπο.
Η Ιστορία του Αγάλματος
Μαρτυρίες Επισκεπτών
«Μία μόνο ματιά στο άγαλμα μπορούσε να κάνει έναν άνθρωπο να ξεχάσει όλα τα προβλήματά του.» Δίων Χρυσόστομος, 1ος αι. μ.Χ.
«Το άγαλμα μεταφέρθηκε στην ψυχή του, ωσάν να είχε δει τον θεό προσωπικά.» Λίβιος, για τον Αιμίλιο Παύλο
Ο Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ.) επισκέφθηκε το Ιερό και περιέγραψε το άγαλμα λεπτομερώς. Ο Στράβων σημείωσε ότι το άγαλμα ήταν τόσο μεγάλο που αν ο θεός πήγαινε να σταθεί όρθιος, θα άφηνε άσκεπο τον ναό.
Η Τύχη του Ναού
Ο ναός δεν είχε καλύτερη μοίρα. Κατ' εντολήν του Θεοδοσίου Β΄ (~426 μ.Χ.) το ιερό λεηλατήθηκε. Σεισμοί το 522 και 551 έθαψαν τα ερείπια. Αργότερα η κοίτη του Αλφειού σκέπασε τα υπολείμματα.
Το 1875 γερμανική αποστολή ξεκίνησε ανασκαφές και μέχρι το 1881 επανέφερε στο φως τα ερείπια. Το 2004, για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας, αναστηλώθηκε ένας κίονας του ναού.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία
- Παυσανίας, Ελλάδος Περιήγησις, Ηλιακά Α΄
- Στράβων, Γεωγραφικά, Βιβλίο 8
- Δίων Χρυσόστομος, Λόγοι, 12.51
- Clayton, P. & Price, M., Τα Επτά Θαύματα του Αρχαίου Κόσμου
- Banks, E.J., The Seven Wonders of the Ancient World, 1916