Γλωσσάρι: Το ρωμαϊκό κράτος

Ενότητα Ζ΄ • Ελληνιστικά χρόνια

Δ' Δημοτικού • Ιστορία

Εμφανίζονται 22 όροι
Ιστορικός όρος

Ρώμη

Αρχαία πόλη της Ιταλίας που ιδρύθηκε το 753 π.Χ. και έγινε πρωτεύουσα ενός τεράστιου κράτους.

Ιστορικός όρος

Αινείας

Σύμφωνα με τον μύθο, ένας από τους ιδρυτές της Ρώμης μαζί με τον Ρωμύλο.

Ιστορικός όρος

Ρωμύλος και Ρέμος

Δίδυμα αδέρφια που σύμφωνα με τη ρωμαϊκή μυθολογία θήλασαν από τη λύκαινα και μετέπειτα ίδρυσαν τη Ρώμη. Ο Ρωμύλος έδωσε το όνομά του στην πόλη.

Ιστορικός όρος

Res Publica (Ρωμαϊκή Πολιτεία)

Το νέο, πιο δημοκρατικό πολίτευμα που υιοθέτησαν οι Ρωμαίοι τον 6ο αιώνα π.Χ., αντικαθιστώντας τη βασιλεία.

Ιστορικός όρος

Σύγκλητος

Όργανο των Πατρικίων που έλεγχε τις πράξεις και τις αποφάσεις του Βασιλιά και αργότερα πήρε την εξουσία από αυτόν.

Ιστορικός όρος

Εκκλησία του Δήμου

Όργανο που έλεγχε τις πράξεις και τις αποφάσεις του Βασιλιά.

Ιστορικός όρος

Ύπατοι

Οι δύο άρχοντες της Συγκλήτου στο νέο πολίτευμα. Όταν υπήρχε μεγάλη ανάγκη, ο ένας γινόταν δικτάτορας.

Ιστορικός όρος

Πατρίκιοι

Η ανώτερη τάξη στη ρωμαϊκή κοινωνία με πολλά προνόμια και δικαιώματα.

Ιστορικός όρος

Πελάτες

Η μεσαία από τις τρεις τάξεις στις οποίες χωριζόταν ο λαός της Ρώμης.

Ιστορικός όρος

Πληβείοι

Η κατώτερη τάξη στη ρωμαϊκή κοινωνία που αγωνίστηκε για ίσα δικαιώματα με τους Πατρικίους.

Ιστορικός όρος

Ιταλική Χερσόνησος

Η περιοχή που κατάφεραν να κατακτήσουν οι Ρωμαίοι από τον 5ο έως τον 3ο αιώνα π.Χ.

Ιστορικός όρος

Πύρρος

Έλληνας βασιλιάς της Ηπείρου που προσπάθησε να κάνει πόλεμο με τους Ρωμαίους, χωρίς επιτυχία.

Λεξιλόγιο

Ιδρύω

Δημιουργώ κάτι νέο, όπως μια πόλη ή έναν οργανισμό.

Η Ρώμη ιδρύθηκε το 753 π.Χ. από τον Αινεία και τον Ρωμύλο.
Λεξιλόγιο

Πολίτευμα

Ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται και κυβερνάται ένα κράτος.

Τον 6ο αιώνα υιοθετήθηκε ένα διαφορετικό πολίτευμα, η Res Publica.
Λεξιλόγιο

Τάξη

Ομάδα ανθρώπων με κοινά χαρακτηριστικά ή δικαιώματα στην κοινωνία.

Ο λαός χωριζόταν σε τρεις τάξεις: τους Πατρικίους, τους Πελάτες και τους Πληβείους.
Λεξιλόγιο

Δικτάτορας

Ηγέτης με απόλυτη εξουσία, συνήθως σε περιόδους κρίσης.

Όταν υπήρχε μεγάλη ανάγκη, ένας από τους δύο Υπάτους γινόταν δικτάτορας.
Λεξιλόγιο

Υποβαθμισμένος

Αυτός που έχει χάσει αξία ή δικαιώματα.

Επειδή οι πληβείοι άρχισαν να νιώθουν υποβαθμισμένοι, επαναστάτησαν.
Λεξιλόγιο

Επαναστατώ

Ξεσηκώνομαι εναντίον της εξουσίας για να αλλάξω την κατάσταση.

Οι πληβείοι επαναστάτησαν και ξεκίνησαν αγώνες για να αποκτήσουν τα ίδια δικαιώματα με τους πατρικίους.
Λεξιλόγιο

Σύνορα

Τα όρια που χωρίζουν ένα κράτος από τα γειτονικά του.

Η Ρώμη αποφάσισε να μεγαλώσει τα σύνορά της.
Λεξιλόγιο

Γειτονικός λαός

Λαός που ζει σε κοντινή περιοχή ή χώρα.

Η Ρώμη ξεκίνησε πολέμους σε γειτονικούς λαούς με σκοπό να τους κατακτήσει.
Λεξιλόγιο

Επικρατώ

Κερδίζω και αποκτώ τον έλεγχο.

Από τον 5ο έως τον 3ο αιώνα οι Ρωμαίοι κατάφεραν να επικρατήσουν σε όλη την Ιταλική Χερσόνησο.