Γλωσσάρι: Η παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων και η ναυμαχία στο Ναυαρίνο

Ενότητα Γ΄ • Προετοιμασία και σταθμοί της Ελληνικής Επανάστασης του 1821-1830

ΣΤ' Δημοτικού • Ιστορία

Εμφανίζονται 30 όροι
Ιστορικός όρος

Μεγάλες Δυνάμεις

Οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές χώρες της εποχής: η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία, που αποφάσισαν να παρέμβουν στην Ελληνική Επανάσταση το 1827.

Ιστορικός όρος

Ιερή Συμμαχία

Συμμαχία που δημιουργήθηκε το 1815 στην Ευρώπη αρχικά από τη Ρωσία, την Αυστρία και την Πρωσία, ενώ στη συνέχεια προστέθηκαν η Γαλλία και η Βρετανία. Η Συμμαχία ήταν αντίθετη με όλες τις επαναστάσεις.

Ιστορικός όρος

Ναυμαχία στο Ναυαρίνο

Η μεγάλη ναυμαχία που εξελίχθηκε το 1827 στο Ναυαρίνο, όπου ο στόλος των Μεγάλων Δυνάμεων νίκησε, οδηγώντας στην καταστροφή του τουρκοαιγυπτιακού στόλου.

Ιστορικός όρος

Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄

Ο Πατριάρχης που σκοτώθηκε από τους Τούρκους το Πάσχα του 1821, γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της Ρωσίας.

Ιστορικός όρος

Κόδριγκτον, Ντεριγνύ και Χέυδεν

Οι αρχηγοί του ισχυρού στόλου από αγγλικές, γαλλικές και ρωσικές δυνάμεις που έφτασε στην Πύλο για να επιβάλει την απόφαση των Μεγάλων Δυνάμεων.

Ιστορικός όρος

Τουρκοαιγυπτιακός στόλος

Ο συνδυασμένος στόλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και της Αιγύπτου που καταστράφηκε στη ναυμαχία του Ναυαρίνου.

Ιστορικός όρος

Πύλος

Η περιοχή όπου έφτασε ο ισχυρός στόλος των Μεγάλων Δυνάμεων για να επιβάλει την απόφασή τους.

Λεξιλόγιο

Αυτόνομος

Αυτός που ορίζει μόνος του τη λειτουργία του.

Το 1827 οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν τη δημιουργία αυτόνομου ελληνικού κράτους.
Λεξιλόγιο

Πρέσβης

Διπλωματικός αντιπρόσωπος μιας χώρας που διαμένει και εκπροσωπεί τη χώρα του σε μια ξένη χώρα.

Οι σχέσεις των δύο χωρών χειροτέρεψαν και ο Ρώσος πρέσβης αποχώρησε από την Οθωμανική αυτοκρατορία.
Λεξιλόγιο

Σύρραξη

Πολεμική σύγκρουση μεταξύ δύο ή περισσότερων αντιπάλων, συνήθως κρατών.

Κάποιοι Αιγύπτιοι στρατιώτες πυροβόλησαν το πλοίο των Συμμάχων, με αποτέλεσμα να ξεκινήσει σύρραξη που εξελίχθηκε στη μεγάλη ναυμαχία στο Ναυαρίνο.
Λεξιλόγιο

Επικυρώνω

Εγκρίνω ή επιβεβαιώνω επίσημα μια απόφαση ή πράξη.

Η Γαλλία να επικυρώσει ξανά τη θέση της ανάμεσα στις Μεγάλες Δυνάμεις.
Λεξιλόγιο

Ανταγωνισμός συμφερόντων

Η σύγκρουση μεταξύ χωρών για την επίτευξη των στόχων τους.

Υπήρχε ανταγωνισμός συμφερόντων ανάμεσά τους για την κυριαρχία στη Μεσόγειο, γεγονός που οδήγησε τη Βρετανία να αλλάξει πρώτη στάση.
Λεξιλόγιο

Μεσολαβώ

Παρεμβαίνω για να βρεθεί λύση μεταξύ δύο αντιπάλων.

Οι Μεγάλες Δυνάμεις, αντιλαμβανόμενες πως οι συγκρούσεις Ελλήνων και Τούρκων θα συνεχίζονταν, αποφάσισαν να μεσολαβήσουν για να βρεθεί λύση.
Λεξιλόγιο

Αντιπροσωπία

Ομάδα ατόμων που εκπροσωπεί μια χώρα ή οργάνωση.

Αποφάσισαν να στείλουν αντιπροσωπία στους Τουρκοαιγύπτιους, ζητώντας τη λήξη των επιθέσεων κατά των Ελλήνων.
Λεξιλόγιο

Ανεξάρτητο κράτος

Κράτος που κυβερνά τον εαυτό του χωρίς ξένες παρεμβολές και περιορισμούς.

Αν δεν πραγματοποιούνταν η ναυμαχία, ήταν πιθανό η Επανάσταση να αποτύχει και η Ελλάδα να μην είχε γίνει ποτέ ανεξάρτητο κράτος.