|
Ἔπειτα οἱ μετ’ ἐκείνου πρότερον ὄντες μετὰ σοῦ ἔσονται καὶ ὑποκύψουσι, καὶ σὺ ὀνομασθήσῃ βασιλεὺς ἁπάντων.
Ὁ οὖν Ἀλέξανδρος πάλιν ἐλυπεῖτο καὶ ἤχθετο. Οὐδὲ γὰρ ζῆν ἐβούλετο, εἰ μὴ βασιλεὺς εἴη τῆς Εὐρώπης καὶ τῆς Ἀσίας καὶ τῆς Λιβύης
καὶ εἴ πού τίς ἐστι νῆσος ἐν τῷ Ὠκεανῷ κειμένη. Ἐπεπόνθει γὰρ τοὐναντίον ἤ φησιν Ὅμηρος τὸν Ἀχιλλέα νεκρὸν πεπονθέναι.
Ἐκεῖνος μὲν γὰρ ἔλεγεν ὅτι ζῶν βούλοιτο θητεύειν
ἀνδρὶ παρ’ ἀκλήρῳ, ᾧ μὴ βίοτος πολὺς εἴη,
Δίων, Περί Βασιλείας, Δ', 49-50) Έπειτα, όσοι προηγουμένως ήταν με εκείνον, θα είναι με σένα και θα υποκύψουν, κι εσύ θα ονομαστείς βασιλιάς όλων. Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, πάλι λυπόταν και δυσανασχετούσε. Γιατί δεν ήθελε ούτε να ζει, αν δεν ήταν βασιλιάς της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής και κάθε νησιού που τυχόν βρισκόταν στον Ωκεανό. Γιατί είχε πάθει το αντίθετο αυτό που Όμηρος λέει ότι είχε πάθει ο νεκρός Αχιλλέας. Γιατί εκείνος έλεγε ότι ήθελε να είναι ζωντανός και να δουλεύει «σε άνθρωπο ακτήμονα, που δεν έχει μεγάλη περιουσία,
ο Αλέξανδρος όμως μου φαίνεται ότι θα προτιμούσε να πεθάνει και να εξουσιάζει το ένα τρίτο των νεκρών παρά να ζει όλον τον καιρό έχοντας γίνει θεός, εκτός μόνο αν γινόταν βασιλιάς των άλλων θεών. Μετάφραση της συντακτικής ομάδας |