Ἀρριανός
Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις, 2, 3, 6-7
?       ℹ️


[…] πρὸς δὲ δὴ τούτοις καὶ τόδε περὶ τῆς ἁμάξης ἐμυθεύετο, ὅστις λύσειε τοῦ ζυγοῦ τῆς ἁμάξης τὸν δεσμόν, τοῦτον χρῆναι ἄρξαι τῆς Ἀσίας. [2.3.7] ἦν δὲ ὁ δεσμὸς ἐκ φλοιοῦ κρανίας καὶ τούτου οὔτε τέλος οὔτε ἀρχὴ ἐφαίνετο. Ἀλέξανδρος δὲ ὡς ἀπόρως μὲν εἶχεν ἐξευρεῖν λύσιν τοῦ δεσμοῦ, ἄλυτον δὲ περιιδεῖν οὐκ ἤθελε, μή τινα καὶ τοῦτο ἐς τοὺς πολλοὺς κίνησιν ἐργάσηται, οἱ μὲν λέγουσιν, ὅτι παίσας τῷ ξίφει διέκοψε τὸν δεσμὸν καὶ λελύσθαι ἔφη· Ἀριστόβουλος δὲ λέγει ἐξελόντα τὸν ἕστορα τοῦ ῥυμοῦ, ὃς ἦν τύλος διαβεβλημένος διὰ τοῦ ῥυμοῦ διαμπάξ, ξυνέχων τὸν δεσμόν, ἐξελκύσαι ἔξω τοῦ ῥυμοῦ τὸ‹ν› ζυγόν.

Ἀρριανός, Ἀλεξάνδρου Ἀνάβασις, 2, 3, 6-7


Εκτός βέβαια από αυτά, υπήρχε κι ο εξής θρύλος σχετικά με την άμαξα, όποιος δηλαδή θα έλυνε τον δεσμό του ζυγού της άμαξας, αυτός ήταν γραφτό να κυριαρχήσει στην Ασία. Κι ο δεσμός ήταν φτιαγμένος από φλοιό κρανιάς και δεν φαινόταν ούτε το τέλος ούτε η αρχή του. Ο Αλέξανδρος, λοιπόν, καθώς δεν μπορούσε να βρει πώς να λύσει τον δεσμό, από την άλλη δεν ήθελε να τον αφήσει άλυτο μήπως κι αυτό προκαλέσει κάποια αναστάτωση στο πλήθος, κάποιοι λένε ότι, αφού χτύπησε με το ξίφος του τον δεσμό, τον έκοψε και είπε ότι τον είχε λύσει. Ο Αριστόβουλος, ωστόσο, λέει ότι, αφού αφαίρεσε τον «έστορα» από το τιμόνι της άμαξας, ο οποίος ήταν ένα ξύλινο καρφί περασμένο στο τιμόνι από άκρο σε άκρο, συγκρατώντας τον ζυγόδεσμο, τράβηξε έξω από τον τιμόνι τον ζυγόδεσμο.

Μετάφραση της συντακτικής ομάδας