Α' Λυκείου – Ιστορία

Κεφάλαιο 2: Ορισμός της πόλεως, τα πολιτεύματα και οι βασικοί πολιτειακοί-πολιτικοί θεσμοί

Διαδραστικό Γλωσσάρι Όρων

Εμφανίζονται 20 όροι

Ιστορικός όρος

Συνοικισμός

Μικρή κοινωνική ομάδα που αποτελείται από οικογένειες και εξαρτώμενα άτομα, οργανωμένη σε τοπικό επίπεδο.

Ιστορικός όρος

Οίκος

Μονάδα παραγωγής και κατανάλωσης στην αρχαία κοινωνία, που περιλάμβανε οικογένειες και τους εξαρτώμενους από αυτές.

Ιστορικός όρος

Πόλεις-κράτη

Ελεύθερες, αυτόνομες και αυτάρκεις κρατικές οντότητες, με δική τους πολιτική, θρησκευτική, κοινωνική και στρατιωτική οργάνωση.

Ιστορικός όρος

Αριστοκρατία

Πολίτευμα στο οποίο την εξουσία ασκούν οι ευγενείς, που κατέχουν μεγάλες εκτάσεις γης.

Ιστορικός όρος

Δεύτερος Ελληνικός Αποικισμός

Περίοδος κατά την οποία οι ελληνικές πόλεις-κράτη ίδρυσαν αποικίες από τον 8ο έως τον 6ο αιώνα π.Χ. σε όλη τη Μεσόγειο.

Ιστορικός όρος

Τιμοκρατία

Πολίτευμα στο οποίο τα πολιτικά δικαιώματα καθορίζονται από την περιουσία ή την αγροτική παραγωγή των πολιτών.

Ιστορικός όρος

Ολιγαρχία

Πολίτευμα όπου την εξουσία ασκούν λίγοι προνομιούχοι, ανεξαρτήτως καταγωγής.

Ιστορικός όρος

Τυραννία

Πολίτευμα στο οποίο την εξουσία κατέχει ένα άτομο, συχνά με την υποστήριξη του λαού, αλλά χωρίς περιορισμούς.

Ιστορικός όρος

Ισονομία

Πολίτευμα όπου όλοι οι πολίτες είναι ίσοι απέναντι στον νόμο και έχουν δικαίωμα να συμμετέχουν στα κοινά.

Ιστορικός όρος

Δημοκρατία

Πολίτευμα στο οποίο την εξουσία ασκεί το σύνολο των πολιτών, με ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις.

Λεξιλόγιο

Αυτόνομος

Που έχει την ικανότητα να αυτοδιοικείται χωρίς εξωτερική παρέμβαση.

Οι πόλεις-κράτη ήταν αυτόνομες, με δική τους πολιτική οργάνωση.
Λεξιλόγιο

Αυτάρκης

Που έχει την ικανότητα να καλύπτει τις ανάγκες του χωρίς εξωτερική βοήθεια.

Οι πόλεις-κράτη ήταν αυτάρκεις, καλύπτοντας τις ανάγκες τους σε τροφή και πρώτες ύλες.
Λεξιλόγιο

Αλληλεπίδραση

Η αμοιβαία επιρροή και ανταλλαγή στοιχείων μεταξύ διαφορετικών ομάδων ή πολιτισμών.

Ο ελληνικός πολιτισμός διαδόθηκε μέσω της αλληλεπίδρασης αποίκων και γηγενών.
Λεξιλόγιο

Ευγενής

Άτομο που ανήκει στην ανώτερη κοινωνική τάξη, με μεγάλα προνόμια και περιουσία.

Στην αριστοκρατία, οι ευγενείς κατείχαν μεγάλες εκτάσεις γης και ασκούσαν την εξουσία.
Λεξιλόγιο

Γηγενής

Άτομο που κατάγεται από την περιοχή στην οποία ζει.

Οι άποικοι ήρθαν σε επαφή με τους γηγενείς πληθυσμούς των νέων περιοχών.
Λεξιλόγιο

Πανελλήνιο Ιερό

Θρησκευτικό κέντρο στο οποίο λατρεύονταν κοινοί θεοί από όλους τους Έλληνες.

Στους Δελφούς βρισκόταν το σημαντικότερο Πανελλήνιο Ιερό της αρχαίας Ελλάδας.
Λεξιλόγιο

Αποικία

Νέα πόλη που ίδρυσε μια μητρόπολη σε ξένη περιοχή, διατηρώντας δεσμούς με αυτήν.

Κατά τον Δεύτερο Ελληνικό Αποικισμό ιδρύθηκαν αποικίες από την Αίγυπτο έως τον Εύξεινο Πόντο.
Λεξιλόγιο

Καταγραφή νόμων

Η επίσημη αποτύπωση κανόνων που ρυθμίζουν τη ζωή των πολιτών, περιορίζοντας την αυθαιρεσία.

Ο Δράκοντας στην Αθήνα και ο Λυκούργος στη Σπάρτη ανέλαβαν την καταγραφή των νόμων.
Λεξιλόγιο

Πολίτευμα

Το σύστημα διακυβέρνησης και οργάνωσης μιας πόλης ή κράτους.

Τα πολιτεύματα των πόλεων-κρατών εξελίχθηκαν μέσα στα χρόνια.
Λεξιλόγιο

Θεσμός

Οργανωμένη δομή ή πρακτική που ρυθμίζει τη λειτουργία της κοινωνίας ή του κράτους.

Η Εκκλησία του Δήμου, η Βουλή και οι Άρχοντες ήταν οι κύριοι θεσμοί της πόλης-κράτους.