Α' Λυκείου – Ιστορία

Κεφάλαιο 30: Συντηρητισμός

Διαδραστικό Γλωσσάρι Όρων

Εμφανίζονται 20 όροι

Ιστορικός όρος

Συντηρητισμός

Ιδεολογία που υποστηρίζει τη διατήρηση της κοινωνικής τάξης, των παραδόσεων και της σταθερότητας, αντιτιθέμενη στις ριζοσπαστικές αλλαγές.

Ιστορικός όρος

Διαφωτισμός

Πνευματικό κίνημα του 18ου αιώνα που προώθησε τη λογική, την επιστήμη και την ελευθερία.

Ιστορικός όρος

Γαλλική Επανάσταση

Ριζοσπαστικό πολιτικό και κοινωνικό κίνημα (1789) που ανέτρεψε το Παλαιό Καθεστώς στη Γαλλία.

Ιστορικός όρος

Αριστοκρατία

Κοινωνική τάξη ευγενών που κατείχαν εξουσία και προνόμια.

Ιστορικός όρος

Χριστιανοδημοκρατία

Πολιτική ιδεολογία που συνδυάζει τον συντηρητισμό με τις αρχές της χριστιανικής θρησκείας.

Ιστορικός όρος

Παλαιό Καθεστώς

Πολιτικό και κοινωνικό σύστημα που ίσχυε πριν τη Γαλλική Επανάσταση, χαρακτηριζόμενο από φεουδαρχία και απόλυτη μοναρχία.

Ιστορικός όρος

Ιερά Συμμαχία

Συμμαχία ευρωπαϊκών κρατών (1815) για την καταστολή φιλελεύθερων και επαναστατικών κινημάτων.

Ιστορικός όρος

Σοσιαλισμός

Ιδεολογία που επιδιώκει την κοινωνική ισότητα μέσω της αναδιανομής του πλούτου και της κοινωνικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.

Ιστορικός όρος

Φιλελευθερισμός

Ιδεολογία που υποστηρίζει την ατομική ελευθερία, την ελεύθερη αγορά και τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Ιστορικός όρος

Φασισμός/Ναζισμός

Ιδεολογίες του 20ού αιώνα που προωθούσαν τον ολοκληρωτισμό, τον μιλιταρισμό και την εθνική υπεροχή.

Λεξιλόγιο

Προσαρμοστικότητα

Η ικανότητα αλλαγής ανάλογα με τις συνθήκες.

Η προσαρμοστικότητα του συντηρητισμού του επέτρεψε να επιβιώσει.
Λεξιλόγιο

Ριζοσπαστικός

Ακραίος ή υπερβολικά προοδευτικός.

Οι συντηρητικοί αντιτάχθηκαν στις ριζοσπαστικές αλλαγές.
Λεξιλόγιο

Εκβιομηχάνιση

Η διαδικασία ανάπτυξης της βιομηχανίας σε μια περιοχή ή χώρα.

Η εκβιομηχάνιση άλλαξε τις κοινωνικές δομές.
Λεξιλόγιο

Αστικοποίηση

Η μετακίνηση πληθυσμού από την ύπαιθρο στις πόλεις και η αύξηση του αστικού πληθυσμού.

Η αστικοποίηση δημιούργησε νέες κοινωνικές προκλήσεις.
Λεξιλόγιο

Παραδοσιακός

Συνδεδεμένος με την παράδοση και την ιστορική συνέχεια.

Οι παραδοσιακές αξίες αποτελούν πυλώνα του συντηρητισμού.
Λεξιλόγιο

Καθολική Εκκλησία

Η μεγαλύτερη χριστιανική εκκλησία με έδρα το Βατικανό.

Η Καθολική Εκκλησία υποστήριξε τον συντηρητισμό.
Λεξιλόγιο

Μετριοπαθής

Ιδεολογικά ή πολιτικά συντηρητικός, χωρίς ακραίες θέσεις.

Ο μετριοπαθής συντηρητισμός αποδέχεται σταδιακές αλλαγές.
Λεξιλόγιο

Ιεραρχία

Η οργάνωση ατόμων ή ομάδων σε ανώτερα και κατώτερα επίπεδα.

Ο συντηρητισμός υποστηρίζει την κοινωνική ιεραρχία.