Οι Αθηναίοι ψηφίζουν στα χρόνια του Τρικούπη
Παρά τη ζωηρή κίνηση, δεν ακούγονται ζητωκραυγές ή θορυβώδεις αποδοκιμασίες, σχηματίζονται όμως «πυκνοί όμιλοι» –σαν τα σημερινά πηγαδάκια– και «συνάπτονται πνευματώδεις συζητήσεις», όπως οι ακόλουθες:
• Δεν μου δίνεις κανένα τσιγάρο;
Εγώ δεν έχω ν’ αγοράσω καπνό,
Αφού έβαλε η κυβέρνησις τον φόρο!
• Και γιατί δεν τον κόβεις;
Δεν λείπουν και οι απειλές…
• Απόψε να κρυφθήτε!
Αλλά και οι αστειότητες
• Ασβέστη να προμηθευθήτε!
• Γιατί;
• Για ν’ ασπρισθήτε έπειτα από τη μαυρίλα!
Ν. Μπάλτα, «Η καρδιοβόρος αγωνία της κάλπης». Τύπος και βουλευτικές εκλογές την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη 1881-1895, πρόλογος Η. Νικολακόπουλος, Βιβλιόραμα, 2001, σ. 143.
Σημείωση: Την Κυριακή των εκλογών, στις 8 Απριλίου του 1885, ένας δημοσιογράφος της εφημερίδας Εφημερίς κάνει «ρεπορτάζ» έξω από τα εκλογικά τμήματα όπου ψηφίζουν οι Αθηναίοι και καταγράφει εικόνες και διαλόγους. Οι εκφράσεις «μαυρίζω», που σημαίνει καταψηφίζω, ή «έφαγαν μαύρο», που σημαίνει έχασαν στις εκλογές, τις οποίες χρησιμοποιούμε ακόμη και σήμερα, προέρχονται από τον τρόπο με τον οποίο γινόταν τότε η ψηφοφορία: δεν υπήρχαν ψηφοδέλτια και οι πολίτες έριχναν μέσα στην κάλπη «σφαιρίδια», μικρά μπαλάκια από μόλυβδο. Οι κάλπες ήταν χωρισμένες εσωτερικά σε δύο μέρη, που εξωτερικά ήταν βαμμένα με διαφορετικό χρώμα, το ένα, το δεξί μέρος με άσπρο και το άλλο, το αριστερό, με μαύρο. Το δεξί ήταν για το «ναι» και το μαύρο για το «όχι», εκεί δηλαδή ο εκλογέας έριχνε το σφαιρίδιό του όταν ήθελε να καταψηφίσει τον υποψήφιο.