Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του (β')
?       ℹ️


(Προσωπικότητα Αλέξανδρου)
Αλλά η γιορτή έγινε. Πάει κιόλας ένας χρόνος... Σε ένα σκεπασμένο χώρο τεσσάρων σταδίων γεμάτο λάβαρα, σημαίες και εμβλήματα κατέφθασαν οι δέκα χιλιάδες καλεσμένοι από την Ελλάδα, την Αίγυπτο, την Ιωνία, σατράπες της Περσίας, της Μηδίας, Ινδοί ράτζα. Στον καθένα τους δόθηκε δώρο μια χρυσή φιάλη. Χρυσά ήταν και τα πόδια στο βασιλικό ανάκλιντρο· η μόνη διάκριση. Στα άλλα ανάκλιντρα τα πόδια ήταν ασημένια. Εκεί, στα ανάκλιντρα, οι Μακεδόνες δέχτηκαν τις αριστοκρατικές νύφες. Άπλωσαν το δεξί τους χέρι, κατά την περσική συνήθεια, τις αγκάλιασαν και τις φίλησαν. Ο ίδιος, πρώτος, ακούμπησε ελαφρά στα χείλη τη Στάτειρα. Πανέμορφη, λίγο ψηλή, σαν τον πατέρα της. Θα έκανε παιδί μαζί της. Έπρεπε... Μόνο ο Σέλευκος δεν κράτησε τους τύπους. Φίλησε παθιασμένα την Απάμη, την καταστόλιστη κόρη του Βακτριανού, Σπιταμένη. Δεν περίμενε να αντικρίσει τέτοια καλλονή, μια και οι νύφες είχαν μοιραστεί με πολιτικά κριτήρια. Και ο Ηφαιστίωνας... Συγκρατημένος, τυπικός, φίλησε φευγαλέα τη δεύτερη κόρη του Δαρείου, τη Δρυπέτη. Εκείνος την πρώτη, ο Ηφαιστίωνας τη δεύτερη. Έτσι, για να δείξει σε όλους ποιος τον ακολουθούσε στην ιεραρχία. Ο Ηφαιστίωνας είχε μια μελαγχολική σκιά στο βλέμμα εκείνο το βράδυ ή του φάνηκε;
Έγιναν οι βασιλικοί γάμοι, η συνένωση των λαών. Η αληθινή συνένωση βέβαια δε θα γινόταν από τη μια μέρα στην άλλη. Χρειαζόταν χρόνος. Αντιδράσεις υπήρχαν και εκδηλώνονταν με την πρώτη ευκαιρία. Όπως στην Ώπη, τότε που οι παλαίμαχοι γκρίνιαζαν, παραπονιούνταν και τελικά στασίασαν αναίτια. Αποφάσισε να τους εξοφλήσει, εννιάμισι χιλιάδες από αυτούς, και να τους ξαποστείλει στην πατρίδα με συνοδεία τον Κρατερό.
«Όταν γερνάς, παύεις να ταξιδεύεις και αρχίζεις να καλλιεργείς», τους είπε θυμωμένος.
Αφαίρεσε αρμοδιότητες από Μακεδόνες και τις καταμέρισε σε Πέρσες. Ασιάτες ευγενείς μπήκαν στην προσωπική του φρουρά, στους εταίρους και τους σωματοφύλακες, με πρώτο και καλύτερο τον αδερφό της Ρωξάνης. Αυτό τους πόνεσε περισσότερο από όλα. Συγχύστηκαν.
«Δε μας πειράζει που φεύγουμε. Μας πειράζει που έκανες τους Πέρσες συγγενείς σου», του είπαν κλαίγοντας.
Έκαναν σαν εραστές. Για άλλη μια φορά...
«Είσαστε όλοι συγγενείς μου», τους είπε.
Φιλήθηκαν. Όλοι ήθελαν να τον αγγίξουν... Για άλλη μια φορά...
Στην Ώπη τους μίλησε για το όραμά του, για το τεράστιο κράτος που θα κυβερνούσαν οι άριστοι ανεξαρτήτως φυλής. Ζήτησε μάλιστα από τον Ευμένη να το καταγράψει στην «εφημερίδα», να γίνει παντού γνωστό... Οι αντιδράσεις πάλι... Ο Ευμένης πρόσθεσε ότι τελευταία ο Αλέξανδρος έπινε πολύ στα συμπόσια, αφήνοντας αιχμές για την πνευματική του διαύγεια. Όταν τον κάλεσε μπροστά του και του ζήτησε κοφτά εξηγήσεις, εκείνος έριξε το φταίξιμο στο βοηθό του, τον Διόδωτο τον Ερυθραίο.
Η αμοιβαία αποδοχή, η αληθινή συγχώνευση θα έπαιρνε καιρό.

Κώστας Αρκουδέας, Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του, ιστορικό μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2004, σελ. 252-253