Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του (γ')
?       ℹ️


(Άορνος Πέτρα)
Στην αρχή οι Ινδοί γέλασαν βλέποντάς τους να σκεπάζουν τον πάτο του φαραγγιού με χώματα και κορμούς δέντρων. Αλλά όσο η επιχωμάτωση προόδευε, άρχισαν να ανησυχούν. Οι Μακεδόνες προχωρούσαν είκοσι πήχεις την ημέρα και γύρω στους δεκαπέντε τη νύχτα που δεν έβλεπαν καλά. Δέντρα, βράχια και χώμα σφράγιζαν το φαράγγι. Οι Ινδοί θεωρούσαν πια ότι είχαν να κάνουν με δαίμονεςπου αψηφούσαν τη φύση. Μέρα με τη μέρα οι Μακεδόνες γέμιζαν το βάραθρο και ανέβαζαν το ηθικό τους, ενώ οι ίδιοι έβλεπαν το κουράγιο τους να θάβεται κάτω από όγκους πέτρας και λάσπης.
Η επιχωμάτωση δεν άργησε να ολοκληρωθεί, μετατρέποντας την Άορνο Πέτρα σε ένα συνηθισμένο οχυρό. Όταν ο Αλέξανδρος στάθηκε στην άκρη του τεχνητού δρόμου, ξέσπασε καταιγίδα. Οι αστραπές και οι βροντές έδειχναν πως ο Δίας ήταν μαζί τους. Κοίταξε ικανοποιημένος τις επάλξεις που είχαν μισοαδειάσει από τους υπερασπιστές τους. Στην άλλη πλευρά οι δικοί του περίμεναν ένα νεύμα του. Βγήκε μπροστά από τους στρατηγούς και περπάτησε μόνος του στον τεχνητό δρόμο. Στάθηκε στη μέση και χοροπήδησε για να δει πόσο ανθεκτικός ήταν. Μετά σήκωσε το χέρι του ψηλά, σημάδι επιδοκιμασίας, και οι στρατιώτες τον επευφήμησαν. Οι Ινδοί στο οχυρό μαζεύτηκαν ξανά στις επάλξεις αποφασισμένοι να πολεμήσουν μέχρις εσχάτων.
Ο Αλέξανδρος έβγαλε την πολεμική του κραυγή:
«Ευοί, ευάν!»
Οι Μακεδόνες επανέλαβαν την κραυγή, προσθέτοντας:
«Η νίκη είναι δική μας!»
Οι Ασιάτες μισθοφόροι άφησαν με τη σειρά τους τη δική τους πολεμική ιαχή:
«Αλαλά, αλαλή!»
Οι αξιωματικοί έδωσαν το πρόσταγμα. Οι στρατιώτες κινήθηκαν με ακρίβεια. Οι καταπέλτες άρχισαν να ρίχνουν πυρακτωμένες μπάλες στο τείχος. Προέλασαν οι μηχανές που εξακόντιζαν βέλη και οι κινητοί πύργοι με τους ορόφους επανδρωμένους με σκοπευτές. Ακολούθησαν οι πετροφόροι καταπέλτες, οι γερανοί και οι τοιχοθραυστικοί κόρακες. Τους υποδέχτηκε μια βροχή από βέλη και κρουνοί ζεματιστού νερού, πράγμα που ανέκοψε προσωρινά την ορμή τους. Ο Αλέξανδρος είδε μια ομάδα από Δάες να πέφτουν τρυπημένοι από βέλη και μια παράταξη από νεαρούς Κρήτες να σφαδάζουν γεμάτοι εγκαύματα.
Διέταξε τους χειρούργους και τους νοσοκόμους να δέσουν τα τραύματα και να μεταφέρουν τους πληγωμένους στο στρατόπεδο. Είπε στους κτηνίατρους να φροντίσουν τα υποζύγια και κραύγασε στους υπηρέτες να μαζέψουν τα βέλη για να τα ισιώσουν. Η ώρα ήταν κρίσιμη, κανένας δεν έπρεπε να μείνει αμέτοχος. Αργότερα θα επισκεπτόταν τους τραυματίες στις σκηνές τους. Θα εξέταζε ο ίδιος τις πληγές και θα πρότεινε φαρμακευτικές αγωγές.
Όμως τώρα ο χρόνος είχε άλλες ταχύτητες.
Κάλυψε το κεφάλι του με την ασπίδα του Αχιλλέα που είχε πάνω της ζωγραφισμένο ένα μάτι.
Χύμηξε μπροστά. Άρπαξε μια σκαλωσιά και τη στέριωσε στο τείχος.
Ήξερε πως τα μάτια ολωνών ήταν καρφωμένα πάνω του.
Άρχισε να ανεβαίνει.
Οι στρατιώτες του τινάχτηκαν μπρος. Δε θα τον άφηναν μόνο στον κίνδυνο. Τον έφτασαν με ιαχές και στήνοντας σκαλωσιές άρχισαν να αναρριχώνται πάνω τους.

Κώστας Αρκουδέας, Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του, ιστορικό μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2004, σελ. 18 - 20