Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του (α')
?       ℹ️


(Προσωπικότητα Αλέξανδρου)
Στο μεταξύ ο Αλέξανδρος άφησε τις Πασαργάδες και πέρασε για λίγο από την Περσέπολη. Η πόλη ήταν σχεδόν έρημη. Από τα παλαιά ανάκτορα δεν είχε μείνει παρά τέφρα που στροβιλιζόταν στο φύσημα του ανέμου. Δε θέλησε να σταθεί εκεί πάνω από μια νύχτα. Μετά από πορεία εννιά ημερών κατέληξε στα Σούσα, την πόλη που πήρε το όνομά της από τα ανοιξιάτικα κρινάκια που φυτρώνουν κοντά στα ρυάκια. Τα Σούσα βρίσκονταν ανατολικά του Τίγρη, σε μια εύφορη και ζεστή κοιλάδα γεμάτη αρδευτικά έργα και καλλιέργειες. Είχε επιβλητικά τείχη και περιβαλλόταν από πολλά μικρά ποτάμια.
Οι Μακεδόνες στρατοπέδευσαν έξω από την πόλη, ενώ ο Αλέξανδρος κατέλυσε στα ανάκτορα του Δαρείου για να ξεκουραστεί. Εδώ, στα Σούσα, άρχισε να κάνει πάλι σχέδια. Σκόπευε να παντρέψει τους στρατηγούς και τους αξιωματικούς του με Περσίδες ευγενικής καταγωγής. Ήθελε, λέει, να ενώσει τους πολιτισμούς σε μια γιορτή οριστικής συμφιλίωσης. Μετά θα έφευγε για να εγκατασταθεί στη Βαβυλώνα, δίπλα στον πλωτό Ευφράτη, στη διασταύρωση των εμπορικών δρόμων για την Αίγυπτο και την Αραβία. Η Βαβυλώνα ήταν απόρθητη πόλη, γεμάτη εκτάσεις με δημητριακά, που θα απέβαιναν σωτήρια σε περίπτωση πολιορκίας. Είχε όλα τα πλεονεκτήματα να γίνει η πρωτεύουσα της αχανούς αυτοκρατορίας του.
Στα Σούσα λοιπόν ο Αλέξανδρος πήγε να βρει τον Κάλανο. Είχε συνέλθει από τη Γεδρωσία, αν και έβλεπες γκρίζες τρίχες στο ξανθό του κεφάλι και ρυτίδες στο λευκό του πρόσωπο. Βρήκε τον Κάλανο να κάθεται στη ρίζα ενός δέντρου έξω από τη σκηνή και να απολαμβάνει τη σκιά. Κάθισε πλάι του ακουμπώντας την πλάτη του στον κορμό.
«Θέλω να σου πω κάτι», είπε διερευνητικά. «Είσαι έτοιμος να μ’ ακούσεις;»
«Πες μου».
«Τον τελευταίο καιρό κάνω κάποιες σκέψεις...»
«Όπως;»
Δεν απάντησε ευθέως.
«Στην αρχή δε φανταζόμουν ότι θα έφτανα μέχρι εδώ. Ξεκίνησα για μια εκστρατεία στα παράλια της Μικράς Ασίας, στην Ιωνία. Πήγα ν’ απελευθερώσω τους Έλληνες από την περσική κατοχή. Συνέχισα γιατί νικούσα. Γιατί είχα περιέργεια. Γιατί όλα ήταν μια φλόγα. Τώρα όμως σκέφτομαι άλλα πράγματα».
«Τι σκέφτεσαι, Αλέξανδρε;»
«Δεν ξέρω».
«Ξέρεις».
«Ναι, αλλά εσύ δεν ενδιαφέρεσαι γι’ αυτά... Τέλος πάντων. Να, σκέφτομαι ότι μετά την Ανατολή, μάλλον θα πρέπει να στραφώ στη Δύση».
«Θέλεις δηλαδή να γίνεις κύριος του κόσμου;»
Τον είδε να αντιδρά.
«Όχι για μένα. Για τις γενιές μετά από μένα».
«Σωστές σκέψεις, αλλά...»
Ο Κάλανος σώπασε για μια στιγμή.
«Ακόμα κι αν καταφέρεις να ενώσεις την Ανατολή με τη Δύση, θα ’χεις επαναστάσεις, τάσεις απόσχισης...»
Πείσμωσε σαν παιδί.
«Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι οι πόλεμοι σταματούν όταν οι άνθρωποι παύουν να νιώθουν αδικημένοι».

Κώστας Αρκουδέας, Ο Μεγαλέξανδρος και η σκιά του, ιστορικό μυθιστόρημα, Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα, 2004, σελ. 236-238