Μια οικογένεια που διαθέτει οικονομικό και πολιτιστικό
κεφάλαιο, όπως έχει δείξει και ο Pierre Bourdieu, επενδύει
στην καλή σχολική πορεία των γόνων της και εμπεδώνει στο παιδί
από τα πρώτα του χρόνια ένα σύστημα προδιαθέσεων, ώστε κατά
κάποιο τρόπο να είναι «σχολειοποιημένο» πριν ακόμη περάσει την
πόρτα του σχολείου. Το παιδί αυτό έχει θετική στάση απέναντι
στο σχολείο και τις νόρμες του, κατανοεί τη σχολική γλώσσα που
είναι ίδια με το δικό του γλωσσικό κώδικα, θεωρεί αυτονόητες
και απόλυτα συμβατές με τις δικές του συνήθειες όλες εκείνες
τις «πολιτισμικές πρακτικές του σχολικού θεσμού» (πειθαρχία,
τιμωρία, γιορτές, βαθμοί, έλεγχος), οι οποίες είναι αδιανόητες
και τελικά εχθρικές για πολλά παιδιά από τα λαϊκά στρώματα.
Αυτή η θετική κοινωνικά διαμορφωμένη προδιάθεση είναι η
περίφημη «δωρεά», το περίφημο «χάρισμα», ένα χαρακτηριστικό,
το οποίο, αφού εμφανίζεται από τα πρώτα χρόνια της σχολικής
ζωής, προβάλλεται σαν κάτι έμφυτο.
ΟΙ «ΚΛΗΡΟΝΟΜΟΙ»…
Ο μαθητής που προέρχεται από τα προνομιούχα κοινωνικά στρώματα
έχει συγκεκριμένους όρους ζωής και μόρφωσης που παράγουν
πλεονεκτήματα στη σχολική του πορεία σε σύγκριση με τους
άλλους μαθητές.
Συνήθως διαμένει σε αστικό κέντρο, σε καλό προάστιο, σε
μεγάλο σπίτι, έχοντας παρακολουθήσει νηπιαγωγείο, ξένη γλώσσα,
πιθανώς μουσικό όργανο, ερχόμενος σε επαφή με την οικογενειακή
βιβλιοθήκη, κάνοντας «πλούσιες» διακοπές, έχοντας εξωσχολικές
δραστηριότητες, βοήθεια στο διάβασμα, ιδιωτικό δάσκαλο,
πληροφόρηση για τα εκπαιδευτικά πράγματα και τις δυνατότητες
εργασιακής αξιοποίησης των σπουδών.
Η καλλιέργειά του
είναι κοντινή με τη σχολική παιδεία, είναι ήδη εφοδιασμένος με
μια γενική προδιάθεση στη μάθηση. Οι μη «σχολικές» γνώσεις -
με άμεση όμως σχολική χρησιμότητα - που ο μαθητευόμενος αυτός
αντλεί από το άμεσο οικογενειακό του περιβάλλον (π.χ. στον
πολιτιστικό τομέα, η καλαισθησία, το πνεύμα, η επαφή με το
θέατρο, μουσική, ζωγραφική, το μουσείο), σε συνδυασμό και με
το εκτεταμένο πλέγμα των κοινωνικών διασυνδέσεων που του
εξασφαλίζει η καταγωγή του, του δίνει τη δυνατότητα να έρχεται
στο σχολείο να μάθει, περισσότερο για να νομιμοποιήσει
σχολικά, ό,τι ήδη έχει εμπεδώσει από τη γέννησή του.
… ΟΙ «ΑΠΟΚΛΗΡΟΙ» …
«παίρνουν για όνειρά τους την πραγματικότητα»
Όμως, από την άλλη πλευρά του λόφου βρίσκονται οι «απόκληροι»,
τα παιδιά από τα μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα που βιώνουν
καθημερινά τη στέρηση των μορφωτικών αγαθών που συνοδεύει την
οικονομική στέρηση. Ζώντας σ΄ ένα στενό σπίτι και με πολλά
συνήθως μέλη, όπου τα παιχνίδια είναι λίγα και στοιχειώδη,
λείπει ο χώρος ξεκούρασης, ο μαθητής των λαϊκών στρωμάτων
βρίσκει πάντα λιγότερες ευκαιρίες πρακτικής εξάσκησης,
ανάπτυξης της κινητικής του ικανότητας και της συλληπτικής του
διάκρισης. Ανοίγει τα μάτια του σ΄ ένα κόσμο γεμάτο από
ακατάστατα αντικείμενα, δεν έχει σταθερή ώρα για το φαγητό ή
τον ύπνο ούτε μεθοδικό τρόπο. Μαθαίνει να υπολογίζει στις
μικροπρόθεσμες χρονικές προοπτικές, όπου κυριαρχεί το παρόν.
Λίγες προβλέψεις, λιγότερα μακρόπνοα σχέδια. Σε μια εποχή που
για τους προνομιούχους μαθητευόμενους είναι περίοδος άγχους,
προετοιμασίας, διαγωνισμάτων με στόχο το μέλλον, αυτοί
κυριαρχούνται από τον πειρασμό να επωφεληθούν από το παρόν
καθώς έχουν εσωτερικεύσει σαν μελλοντική τους πορεία το
στατιστικό πεπρωμένο των παιδιών του κοινωνικού τους
περιγύρου, το δρόμο προς το εργοστάσιο ή κάποιου άλλου είδους
χειρωνακτική εργασία. Προσαρμόζοντας συνειδητά ή ασυνείδητα
τις φιλοδοξίες τους αυστηρά στις αντικειμενικές πιθανότητες,
αυτοκαθορίζονται σε σχέση με τους καταναγκασμούς που τους
καθορίζουν, κι όταν μιλούν για τα σχέδιά τους, τα όνειρά τους,
εκεί, χωρίς να το καταλαβαίνουν, αφήνουν να φανεί η δράση των
αντικειμενικών συνθηκών έτσι, όπως τις έχουν προοδευτικά
εσωτερικεύσει.
Χ. Κάτσικας - Γ. Καββαδίας (1993). Η ανισότητα στην ελληνική εκπαίδευση. Αθήνα: Gutenberg.
Ερωτήσεις: