Τα παιδιά με κάποια μορφή αναπηρίας συχνά προσεγγίζονται μέσα
από το πρίσμα της ελλειμματικότητας, της καθυστέρησης και της
μειονεκτικότητας. Η ταυτότητά τους εξετάζεται αποκλειστικά με
βάση την αναπηρία ή τη νοητική τους κατάσταση, ενώ οι
δημιουργικές πτυχές της προσωπικότητάς τους συχνά παραβλέπονται
ή υποβαθμίζονται.
Σε έναν μεταφυσικό τρόπο σκέψης, η πραγματικότητα γίνεται
αντιληπτή ως κάτι σταθερό, απόλυτο και αμετάβλητο, ανεξάρτητο
από τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες. Έτσι, η αναπηρία
θεωρείται εγγενώς αρνητική και δεδομένη, χωρίς να λαμβάνεται
υπόψη ο ρόλος του κοινωνικού περιβάλλοντος στη διαμόρφωση της
εμπειρίας των ατόμων με αναπηρία. Σύμφωνα με αυτή την αντίληψη,
όποιος αποκλίνει από τη γενικά αποδεκτή νόρμα στιγματίζεται και
θεωρείται ότι έχει κάποιο εγγενές «ελάττωμα» ή μειονέκτημα, αντί
να αναγνωρίζεται ότι οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει μπορεί να
είναι αποτέλεσμα κοινωνικών φραγμών και προκαταλήψεων.
Η αναπηρία αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως αρνητικό στοιχείο,
χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η δυναμική της προσωπικής υπέρβασης
και η δυνατότητα ανάπτυξης εναλλακτικών τρόπων αλληλεπίδρασης με
τον κόσμο.
Η τύφλωση ή η αλαλία, για παράδειγμα, δεν καθορίζουν από μόνες
τους την ταυτότητα ενός ατόμου. Ο L. Vygotsky αμφισβήτησε την
παραδοσιακή αντίληψη περί αναπηρίας, υπογραμμίζοντας ότι οι
δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τα άτομα με «ειδικές ανάγκες» συχνά
δεν προέρχονται μόνο από την ίδια την αναπηρία, αλλά κυρίως από
τις κοινωνικές αντιλήψεις, τις αξιολογήσεις και τους
περιορισμούς που τους επιβάλλονται. Οι κοινωνικές διαστάσεις της
αναπηρίας μπορούν να αλλάξουν και να ξεπεραστούν μέσα από
ιστορικές και πολιτισμικές διεργασίες.