Πατρωνία πα-τρω-νί-α ουσ. (θηλ.) & πατρωνεία & (σπάν.) πατρονία 1. είδος εξουσίας που ασκείται από ένα ισχυρό πρόσωπο σε άλλα, με το πρόσχημα της καθοδήγησης και της προστασίας τους: κομματική/πολιτική ~. Τελεί/τίθεται υπό την ~ του ... Πβ. κηδεμονία, πατερναλισμός, πατρονάρισμα. Βλ. πελατειακές σχέσεις. 2. ΙΣΤ. θεσμός της ρωμαϊκής κοινωνίας κατά τον οποίο οι πάτρωνες έπαιρναν υπό την προστασία τους πολίτες, κατώτερης συνήθ. κοινωνικής τάξης, με αντάλλαγμα διάφορες υπηρεσίες από την πλευρά των πολιτών, όπως την πολιτική στήριξη. [< μτγν. πατρων(ε)ία ‘προστασία’, γαλλ. patronage]
Πάτρωνας πά-τρω-νας ουσ. (αρσ.) {πατρώνων} & (σπάν.) πάτρονας 1. πρόσωπο που κατευθύνει και ασκεί έλεγχο σε άλλους, συνήθως με παρασκηνιακές μεθόδους ή αθέμιτα μέσα: πολιτικοί ~ες. Πβ. πατερναλιστής. Βλ. αφεντικό, καθοδηγητής. 2. (συνήθ. παλαιότ.) πρόσωπο που παρέχει προστασία και ιδ. οικονομική στήριξη σε κάποιον. Πβ. μαικήνας, προστάτης. 3. ΙΣΤ. (στην αρχαία Ρώμη) επιφανής πολίτης που έπαιρνε υπό την προστασία του άλλα άτομα, συνήθ. κατώτερης κοινωνικής τάξης. Βλ. πατρίκιος. [< 3: μτγν. πάτρων < λατ. patronus, γαλλ. patron]
Πατερναλιστής πα-τερ-να-λι-στής ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει πατερναλιστική συμπεριφορά. Πβ. πάτρωνας. [< γαλλ. paternaliste, αγγλ. paternalist, 1934]
Χρηστικό Λεξικό της Ακαδημίας Αθηνών, διαθέσιμο στην διεύθυνση: christikolexiko.academyofathens.gr