• Σ. Δεσπότη, Ιερά Ευαγγέλια. Το μήνυμα της Καινής Διαθήκης στο Σύγχρονο Άνθρωπο. Αθήνα: Έννοια 2017, σ. 571.

      Σάββατον (= ανάπαυση): Στην Καινή Διαθήκη απαντά και στον ενικό αριθμό ως ημέρα της εβδομάδας (Μκ 16,1. Λκ 13,16. Ιω 5), ενώ στον πληθυντικό, «Σάββατα» ή «τα Σάββατα (Μτ 28,1. Λκ 4,16. Πραξ 13,14·16,13. Κολ 2,16)», δηλώνει την έβδομη ημέρα της εβδομάδας. Δηλώνει ακόμα και την εντολή περί της τηρήσεως και του αγιασμού του Σαββάτου, όπως θεσπίσθηκε από τον Μωϋσή (Εξ 16,22·20,8-11·31,17 κ.ά.) προς ανάπαυση από τους ημερήσιους κόπους και δοξολογία του Θεού (Μτ 12,8. Ιω 5,18·9,16). Η έκφραση «ὁδός Σαββάτου» σημαίνει την οδό, που επιτρεπόταν να διανύσουν οι Ιουδαίοι κατά την ημέρα του Σαββάτου. Έτσι π.χ. το διάστημα από την Ιερουσαλήμ ως το Όρος των Ελαιών, δηλαδή 2.040 βήματα (= 1.100 μέτρα) επιτρεπόταν να διανύσουν οι Ιουδαίοι κατά την ημέρα του Σαββάτου. Ο Μωϋσής θέσπισε τόσο δρόμο να διανύσουν οι Εβραίοι, διότι τόσα βήματα απείχε και η σκηνή του μαρτυρίου από την παρεμβολή (το στρατόπεδο), από όπου επιτρεπόταν να μεταβαίνουν σε αυτήν να προσκυνήσουν (Πραξ 1,12. Μτ 24,20). Περαιτέρω η λέξη δηλώνει και την εβδομάδα, π.χ. «δις του Σαββάτου» (= δύο φορές την εβδομάδα (Λκ. 18,12)), η «μία των Σαββάτων» (= η πρώτη μέρα της εβδομάδας), δηλαδή η Κυριακή (Μτ 28,1. Μκ. 16,2. Λκ. 24,1. Ιω 20,1·19. Πραξ 20,7. Α Κορ 16,2).

      Ημέρα αργίας για τους Ισραηλίτες είναι το Σάββατο, αντί της Κυριακής των χριστιανών και της Παρασκευής των Μουσουλμάνων. Ωστόσο, η προσκόλληση στις θρησκευτικές διατάξεις της αργίας αυτής είναι παροιμιώδης μόνον για τους πρώτους, Αυτό ισχύει πολλαπλά για πολιτικοθρησκευτικές ομάδες όπως οι Φαρισαίοι και για εποχές σαν αυτή του Χριστού. Γι' αυτό από τον ίδιο το Χριστό εκφράστηκε η διατύπωση «Το Σάββατο έγινε για τον άνθρωπο και όχι ο άνθρωπος για το Σάββατο».

    • Σ. Δεσπότη, Ιερά Ευαγγέλια. Το μήνυμα της Καινής Διαθήκης στο Σύγχρονο Άνθρωπο. Αθήνα: Έννοια 2017, σ. 576-7.

      Φαρισαίοι: Οι Φαρισαίοι ήταν Ιουδαίοι, που, σε αντίθεση προς τους Σαδδουκαίους, αποδέχονταν και την παράδοση ως μέτρο και κανόνα της πίστεως και του Νόμου. Απέδιδαν μεγάλη σημασία και σπουδαιότητα στους εξωτερικούς τύπους, όπως στους βαπτισμούς, στους καθαρισμούς των ξεστών, των πινακίων και των ποτηρίων, στις νηστείες, στις προσευχές και στις ελεημοσύνες, επιδιώκοντας με όλα αυτά τον θαυμασμό και τον έπαινο των πολλών. Γι’ αυτό και ο Κύριος τους προσβάλλει και τους ελέγχει ως υποκριτές και δόλιους (Μτ 23,13). Ακόμη ερμήνευαν τον νόμο με μεγάλη αυστηρότητα και κατά γράμμα και έδιναν ιδιαίτερη σημασία στα τυπικά του παραγγέλματα παρά στις απαιτήσεις του ηθικού αισθήματος. Πίστευαν στην αθανασία της ψυχής και στην κατά την μέλλουσα ζωή ανταπόδοση διά του Μεσσία, ο οποίος επρόκειτο να αναστήσει τους νεκρούς. Παραδέχονταν την ύπαρξη των αγαθών και των πονηρών πνευμάτων και ανέμεναν την έλευση του Μεσσία. Ήταν άσπονδοι εχθροί των Ρωμαίων και παρέμεναν σταθεροί στην παλαιά θεοκρατία. Ήταν οι πλέον αδιάλλακτοι και απηνείς διώκτες του Χριστού (Μτ 19,3·23,13·23. Λκ 16,14. Πραξ 26,5. Φιλ 3,5).

      Η λέξη "Φαρισαίος" έχει μια μεταφορική και μια κυριολεκτική σημασία. Ξεκινώντας από την πρώτη, η λέξη είναι ταυτόσημη της υποκρισίας. Αναφερόμενοι στη δεύτερη, παραπέμπουμε σε πολιτικοθρησκευτική ομάδα στο εσωτερικό του Ισραήλ με έντονη κοινωνική παρουσία, ιδίως την εποχή του Χριστού (βλ. el.wikipedia.org). Επιφυλασσόμαστε, πάντως, να επισημάνουμε ότι ήταν η μοναδική ομάδα ανθρώπων τους οποίους αποδοκίμασε δημόσια ο Χριστός. Δεν το είχε κάνει ούτε στις πιο χυδαίες τάξεις των τελωνών και των πορνών. Μία αμαρτία, άλλωστε, είναι και αυτή που δεν συγχωρείται, η υποκρισία. Αυτό ισχύει, όχι γιατί ο Θεός δεν συγχωρεί, αλλά για τον απλό λόγο ότι ο υποκριτής λόγω εγωϊσμού δεν αναγνωρίζει το λάθος του, δεν ζητά συγχώρεση.

    • Σ. Δεσπότη, Ιερά Ευαγγέλια. Το μήνυμα της Καινής Διαθήκης στο Σύγχρονο Άνθρωπο. Αθήνα: Έννοια 2017, σ. 572.

      Τυφλός: Ο τυφλός που θεραπεύει ο Χριστός στο γνωστό ως «θεραπεία του εκ γενετής τυφλού» θαύμα του είναι ξεχωριστή μορφή διότι έχει φοβερή πίστη αφού (α) δέχεται να χριστεί με σάλιο (!) και πηλό, (β) διαβαίνει σκοντάφτοντας σε λίθους σε αρκετή απόσταση στην κολυμβήθρα Σιλωάμ (από την οποία αντλούσαν οι άνθρωποι του Ναού ύδωρ για να κάνουν τις σπονδές στο Ναό), και (γ) θαυματουργείται προοδευτικά (όπως συμβαίνει με το νήπιο) ενώ στις άλλες περιπτώσεις ο Κύριος επιτελεί σημεία ακαριαία. Ο τυφλός είχε ολική αδυναμία όρασης από τη γένεσή του. Πιθανόν να είχε γεννηθεί χωρίς οφθαλμικούς βολβούς, οπότε αλείφοντάς τον ο Χριστός με πηλό στη σωματική αυτή περιοχή, δεν τον θεράπευε απλά, αλλά δημιουργούσε βιολογικό ιστό. Έτσι μας θύμισε ότι ήταν ο ίδιος ο Θεός που έπλασε κατά τον ίδιο τρόπο τον Αδάμ.

      Στην ίδια ιστορία φαίνεται μια γενικευμένη προκατάληψη της εποχής. Το κοινό ρωτά το Χριστό αν η τύφλωση οφείλεται σε αμαρτίες ίδιου του τυφλού ή των γονέων του, για να τους απαντήσει ο Χριστός ότι άλλος ήταν ο λόγος. Άρα, κατά τις αντιλήψεις της εποχής κάθε αρρώστια και πάθηση αποτελούσε τιμωρία του Θεού για ηθικό παράπτωμα. Έτσι, όμως, δεν υπήρχε περίπτωση να ανοίξει ο δρόμος για τη θεραπεία ασθενειών και παθήσεων, αφού ουδείς θα αναγνώριζε την πραγματική αιτία του προβλήματος.