Ο "Ακάθιστος Ύμνος" αποτελεί εμβληματικό για την Εκκλησία και τον πολιτισμό λογοτεχνικό έργο της μεσαιωνικής ελληνικής, χρησιμοποιούμενο ως ύμνος στη λατρεία της Εκκλησίας, απευθυνόμενος άμεσα στη Μητέρα του Θεού, δηλαδή την Παναγία, με αναγωγή ωστόσο στον ίδιο τον Υιό της, τον (ἔνσαρκο) Θεό Λόγο, δηλαδή το Χριστό. Διακρίνεται σε "Προοίμιο" και 24 "Οίκους" (στροφές), των οποίων το πρώτο γράμμα σχηματίζει Ακροστοιχίδα με τη σειρά των γραμμάτων της ελληνικής αλφαβήτου, από το Α έως το Ω. Η ποιητική του γλώσσα χαρακτηρίζεται από ομοτονία, ισοσυλλαβία και μερική ομοιοκαταληξία, ενώ εμπλουτίζεται από κοσμητικά επίθετα και σχήματα λόγου με έντονη νοηματική φόρτιση (μεταφορές, αντιθέσεις, ζεύγη εννοιών). Στο θεματικό του πυρήνα εκφράζει την παλλαϊκή ευχαριστία προς το Θεό και τη Θεοτόκο για την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, δηλαδή του Χριστού, καθώς είναι ο ίδιος που δημιουργεί, θεραπεύει και θεοποεί την ανθρωπότητα, με επίκεντρο την εξελληνισμένη και εκχριστιανισμένη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία.
Ιστορία του Ακαθίστου Ύμνου
Στις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ., η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε συνεχή παγκόσμιο πόλεμο με την αχανή περσική αυτοκρατορία των Σασσανιδών, πράγμα που κατέληξε στην αποδυνάμωση των δύο αυτών μεγίστων αυτοκρατοριών οπότε και την άνοδο "από το πουθενά" του νεοφανούς τότε Ισλάμ. Ενώ ο αυτοκράτορας Ηράκλειος ηγούνταν των νικηφόρων ρωμαϊκών στρατευμάτων στην καρδιά της περσικής αυτοκρατορίας, τη νύκτα της 7ης προς την 8η Αυγούστου του 626 μ.Χ. κορυφωνόταν η αιφνιδιαστική πολιορκία της Πόλης από τους συμμάχους Αβάρους και Πέρσες. Η Πολη, πάντως, δεν έμεινε ανυπεράσπιστη. Η Υπεραγία Θεοτόκος ως "υπέρμαχος στρατηγός" θαυματούργησε μέσω φυσικών φαινομέων που διέλυσαν τους πολιορκητές. Ανεμοστρόβιλος και τρικυμία βύθισε το στόλο τους, ενώ το υπόλοιπο στράτευμα υποχώρησε στη δυναμική αντεπίθεση του λιγοστού έστω ρωμαϊκού στρατεύματος της Πόλης.
Τη νικηφόρο εκείνη ημέρα, 8 Αυγούστου 626, οι Ρωμαίοι της Κπόλεως, συγκεντρώθηκαν στο ναό της Παναγίας Βλαχερνών, αναγνωρίζοντας τη Θεοτόκο ως την "Υπέρμαχο Στρατηγό" και ψάλλοντας προς τιμή της προϋπάρχουσα Ακολουθία. Επειδή σε αυτήν πρόσθεσαν το Κοντάκιο "Τῇ ὑπερμάχῳ", πόσω μάλλον που συμμετείχαν σε αυτήν όρθιοι καθόλη τη διάρκειά της, ονομάστηκε από τότε "Ακολουθία του Ακαθίστου Ύμνου", ώστε εν είδει "εθνικού ύμνου" να συνοδεύει πάντοτε τους αγώνες του έθνους, από την Άλωση και την Επανάσταση του '21 έως το Έπος του Αλβανικού Μετώπου, της Παναγίας ως Αγίας Σκέπης (28 Οκτωβρίου).
Ρωμανός ο Μελωδός, πιθανός συγγραφέας του Ακάθιστου Ύμνου (βλ. Ορθόδοξος Συναξαριστής )
Ο Ρωμανός έγραψε χίλιες περίπου συνθέσεις από τις όποιες διασώθηκε μόνο το ένα δέκατο. Πολυποίκιλα τα θέματά του. Ύμνησε όλους σχεδόν τους Αγίους και τις εορτές της Χριστιανικής Εκκλησίας. Ανεξάντλητος στις συλλήψεις και στον πλούτο ιδεών, γνωρίζοντας τον τρόπο να προσδίνει πρωτοτυπία ακόμη και στα πιο κοινά θα μπορούσε να χαρακτηρίσει κανείς θέματα. Το χωρίς χάρη πολλές φορές υλικό του (γεγονότα και βίος Αγίων) μπορούσε να το μετατρέψει σε ζωντανό δραματικό πίνακα. Τα πρόσωπα των Αγίων αλλά και της Παναγίας και του Χριστού παρουσιάζονται απόλυτα ζωντανά χωρίς τίποτα το νεκρικό ή απόκοσμο.
Η ποίηση του Ρωμανού του Μελωδού εκφράζει την ίδια την εποχή του, τους πόθους και τις ελπίδες εκείνων των ανθρώπων. Γι΄ αυτό και το έργο του δεν εξετάζεται μόνο από Θρησκευτικής άποψης ή λογοτεχνικής αλλά και ιστορικής και λαογραφικής. Η γλώσσα του απλή, χωρίς στόμφους και όπου παρουσιάζεται ρητορική μακρολογία επειδή έτσι επιβαλλόταν από την ανάγκη των τότε λειτουργικών πλαισίων, αυτή γίνεται χωρίς να κουράζει. Γενικά οι φράσεις του περιέχουν μια πλαστικότητα, μεστή νοημάτων κατά μια άψογη τεχνική όπως παραδέχονται ειδικοί.
Ο διάσημος Γερμάνος βυζαντινολόγος καθηγητής Κρουμβάχερ, πλέκει το εγκώμιο του Ρωμανού. Η κριτική, λέει, ανακήρυξε τον Ρωμανό σαν τον μεγαλύτερο ποιητή του Βυζαντινού αιώνα, αληθινό Πίνδαρο αυτού. Κατείχε ανεξάντλητο πλούτο ιδεών, ανυπέρβλητη πλαστικότητα φράσεως, μεστή και δυνατή γλώσσα, θησαυρό αρμονίας ποικίλων και καλλιτεχνικών ρυθμών.
Για τον συγγραφέα του Ακάθιστου Ύμνου, προτείνεται το βιβλίο του Θεοχάρη Ε. Δετοράκη, «Ο Ακάθιστος Ύμνος» και τα προβλήματά του. Αθήνα: 1993: Ίδρυμα Γουλανδρή Χορν