Οδυσσέας - H Επιβίωση του μύθου
Ο λογοτεχνικός ήρωας Οδυσσέας ενέπνευσε πολλούς μεταγενέστερους λογοτέχνες και καλλιτέχνες. Εντόπισε στη χρονογραμμή τη σχετική πληροφορία και συμπλήρωσε μία δική σου μετά από αναζήτηση. Πώς σχολιάζεις την επιβίωση αυτού του ήρωα σε μεταγενέστερους πολιτισμούς;
Φόντο: John Flaxman, Χαράκτης : James Parker (1750-1805). Ο Οδυσσέας στο τραπέζι της Κίρκης (Ulysses at the Table of Circe). Πηγή: metmuseum.
1842 - Οδυσσέας, Α.Τένισον
Το ποίημα ΟΔΥΣΣΕΑΣ του Τένισον περιέχεται στη συλλογή του Ποιήματα (1842), που είναι επηρεασμένη από το κλίμα του ρομαντισμού. Ο Άγγλος ποιητής βασίστηκε στην παράδοση σχετικά με τη ζωή του Οδυσσέα, που την ακολούθησαν οι συγγραφείς Πλίνιος, Σολίνο και Δάντης. Σύμφωνα με την παράδοση αυτή, ο Οδυσσέας μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη ρίχτηκε σε νέες περιπέτειες. Συγκέντρωσε τους συντρόφους του που απόμειναν, αρμάτωσε ένα καράβι και ξεκίνησε πλέοντας προς τη Δύση. Αφού πέρασαν το Γιβραλτάρ, έπλεαν δυτικότερα στον ωκεανό ως τη στιγμή που ένας ανεμοσίφουνας άρπαξε και βούλιαξε το καράβι πνίγοντας όλο το πλήρωμα.
1917 - Η σιωπή των Σειρήνων, A. Κάφκα
Για να προφυλαχτεί από τις Σειρήνες, ο Οδυσσέας έφραξε τα αυτιά του με κερί και έβαλε να τον αλυσοδέσουν στο κατάρτι. Κάτι ανάλογο, ασφαλώς, θα μπορούσαν να κάνουν ανέκαθεν όλοι οι ταξιδιώτες ―εκτός από εκείνους που οι Σειρήνες πρόφταιναν να τους σαγηνεύσουν από μακριά― ήταν όμως παγκοσμίως γνωστό ότι δεν ωφελούσε. Το τραγούδι των Σειρήνων διαπερνούσε τα πάντα, και το πάθος των σαγηνευμένων δεν ήταν ικανό να σπάσει μόνο αλυσίδες και κατάρτια. Αυτό ο Οδυσσέας δεν το σκέφτηκε, αν και πολύ πιθανόν το είχε ακουστά. Εναπέθεσε τις ελπίδες του σε μια χούφτα κερί και μια αρμαθιά αλυσίδες, και γεμάτος αθώα χαρά για τα πενιχρά του μέσα, έβαλε πλώρη για τις Σειρήνες.
Οι Σειρήνες όμως έχουν ένα όπλο πιο φοβερό και από το τραγούδι: τη σιωπή τους. Και πιθανότερο, παρόλο που δεν έτυχε ποτέ, θα ήταν να γλιτώσεις από το τραγούδι τους, παρά από τη σιωπή τους. Τίποτε στον κόσμο αυτόν δεν μπορεί να αντισταθεί στο αίσθημα πως τις νίκησες με το σπαθί σου, ούτε στην αλαζονεία που επακολουθεί και σαρώνει τα πάντα.
Κι η αλήθεια είναι πως δεν τραγουδούσαν οι τρομερές Σειρήνες καθώς τις ζύγωνε ο Οδυσσέας· γιατί πίστευαν, ίσως, ότι με τη σιωπή τους μόνο θα νικούσαν τούτο τον αντίπαλο ― εκτός κι αν, βλέποντας τόση ευτυχία στο πρόσωπο του Οδυσσέα, που μόνο το κερί σκεφτόταν και τις αλυσίδες του, λησμόνησαν κάθε τραγούδι.
Ο Οδυσσέας όμως, τη σιωπή τους, ας μου επιτραπεί η έκφραση, δεν την άκουσε: του φάνηκε πως τραγουδούσαν, και πως μόνο εκείνος δεν τις άκουγε, επειδή είχε λάβει τα μέτρα του. Πριν ξεκινήσει, έριξε μια κλεφτή ματιά, είδε τον καμπυλωμένο λαιμό, τις βαθιές ανάσες, τα δακρυσμένα μάτια, το μισάνοιχτο στόμα, και πίστεψε πως όλα αυτά συνόδευαν τις άριες που ανάκουστες αντηχούσαν γύρω του. Κι έπειτα δεν τις ξανακοίταξε, γύρισε το βλέμμα του πέρα, μακριά, κι εμπρός στην αταλάντευτη απόφασή του οι Σειρήνες κυριολεκτικά εξαφανίστηκαν, τόσο που, κι όταν βρέθηκε κοντά τους, μήτε που τις πρόσεξε.
Μετάφραση: Τζένη Μαστοράκη & Νάσος Βαγενάς
1922 - Ulysses (Οδυσσέας), Τζ. Τζόυς
Ο Οδυσσέας είναι ο απολογισμός μιας μοναδικής μέρας, της 16ης Ιουνίου 1904. Ο χώρος είναι συγκεκριμένος, το Δουβλίνο. Ένας πολίτης αυτής της πόλης, ο Λεοπόλδος Μπλουμ, ξυπνάει το πρωί και φεύγει για τη δουλειά του. Οι κοινωνικές, οι επαγγελματικές και οι συναισθηματικές υποχρεώσεις του καθυστερούν την επιστροφή του μέχρι τις πρώτες ώρες της επόμενης ημέρας.
Ο Λεοπόλδος Μπλουμ περνάει μέσα από μια αντιστοιχία περιπετειών ανάλογων μ' εκείνες του Οδυσσέα. Το κατέβασμα στον Άδη βρίσκει την αντιστοιχία του στην μετάβαση του Μπλουμ στο νεκροταφείο, το οποίο επισκέπτεται συνοδεύοντας στην τελευταία του κατοικία ένα φίλο που πέθανε απροσδόκητα. Το νησί του Αιόλου βρίσκει την αντιστοιχία του στα γραφεία μιας εφημερίδας, όπου φυσάνε όλοι οι άνεμοι. Οι Σειρήνες είναι τα κορίτσια του μπαρ του ξενοδοχείου Όρμοντ, στο οποίο καταφεύγει ο Μπλουμ για ένα καθυστερημένο γεύμα και ακούει από τη διπλανή αίθουσα μερικούς φίλους να τραγουδούν με την συνοδεία του πιάνου. Η σπηλιά του Κύκλωπα είναι το μπαρ Μπάρνεϋ Κίερναμ, όπου συχνάζει κάποιος φανατικός εθνικιστής που κατονομάζεται ως Πολίτης και που διακηρύσσει τη μισαλλοδοξία του απέναντι σε καθετί που δεν είναι ιρλανδέζικο και που προκαλεί ένα μικρής έκτασης πογκρόμ στον Μπλουμ ο οποίος είναι εβραϊκής καταγωγής.
Η δράση είναι ελάχιστη, όμως η τεχνική του «εσωτερικού μονόλογου» που επινοεί ο συγγραφέας για την έκθεση της αφήγησής του, του παρέχει την δυνατότητα να σχολιάσει με ακρίβεια και με λεπτομέρειες όλο το πλέγμα των σχέσεων των προσώπων που λαμβάνουν μέρος σ' αυτό το σε μικρογραφία έπος.
(αποσπάσματα από το κείμενο του επιμελητή έκδοσης, Ηλία Χ. Παπαδημητρακόπουλου)
1925 - 1938 - Οδύσσεια, Ν. Καζαντζάκης
Ο Καζαντζάκης ξεκίνησε την Οδύσσεια το 1925 στο Ηράκλειο και την ολοκλήρωσε το 1938 στην Αίγινα. Όλα αυτά τα χρόνια επεξεργαζόταν την αρχική εκδοχή, ενσωματώνοντας εικόνες και εντυπώσεις από κάθε καινούριο του ταξίδι. Πριν την έκδοση του 1938, αποσπάσματα της Οδύσσειας είχαν κατά καιρούς δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά.
Η νέα Οδύσσεια αρχίζει όπου τελεύει η Οδύσσεια του Ομήρου. Αποτελούμενη από 33.333 17 σύλλαβους στίχους.
Ο Οδυσσέας, αφού σκότωσε τους μνηστήρες, πλαντούσε μέσα στο μικρό του νησί⋅ δε χωρούσε πια στη γυναίκα, στο γιο, στους παλιούς θεούς του, στην πατρίδα, κι αποφάσισε να φύγει πάλι από την Ιθάκη και να επιχειρήσει το στερνό του, το αγύριστο ταξίδι.
Διάλεξε λοιπόν μερικούς συντρόφους όπως τους πεθυμούσε: ψυχές γενναίες και λεύτερες, σώματα γερά, σκάρωσε καινούριο καράβι, πάντρεψε το γιο του με τη Ναυσικά για να του κάμουν εγγόνι να μη χαθεί η γενιά του, κι ένα πρωί έκαμε πανιά κι ανοίχτηκε στο πέλαο.
[…]
Ο Οδυσσέας νιώθει [πως] έφτασε πια η στερνή του ώρα. Αποχαιρετά τις πέντε του αίστησες - την όραση, τη ακοή, τη γέψη, την άσφρηση, την αφή - και τις ευχαριστεί γιατί καλά του δούλεψαν, παράπονο δεν έχει.
Ανοίγει την αγκάλη, σέρνει φωνή, φωνάζει όλους τους αγαπημένους του συντρόφους - τους άντρες, τις γυναίκες που αγάπησε και το πιστό σκυλί του από την Ιθάκη. Ακούν τη φωνή του αφέντη, πετιούνται από τα μνήματα οι παλιοί συντρόφοι και καταφτάνουν⋅ το καράβι του Οδυσσέα γεμίζει πάλι συντρόφους. Χαίρεται ο Οδυσσέας, υποδέχεται όλο χαρά τους συντρόφους, σηκώνει το χέρι, δίνει με ατρόμητη θραιμβευτική φωνή το σημάδι του μισεμού:
«Όρτσα, παιδιά, και πρίμο φύσηξε του Χάρου το αεράκι».
[Ιδιόγραφη περίληψη που έστειλε ο Καζαντζάκης στον Πρεβελάκη, στα τέλη Δεκεμβρίου του 1938, βλ. Π. Πρεβελάκης, Τετρακόσια Γράμματα του Καζαντζάκη στον Πρεβελάκη, Αθήνα: εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, 1984, 476-479]
1933 - Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες, Μπ. Μπρεχτ
Ο «Ο Οδυσσέας και οι Σειρήνες» αποτελεί τη μία από τις τρεις ιστορίες που συναποτελούν τη «Διόρθωση παλιών μύθων»
Στη συγκεκριμένη ιστορία ο Μπρεχτ, όπως είχε κάνει και ο Κάφκα με το αφήγημά του «Η σιωπή των σειρήνων», αναφέρεται στο γνωστό επεισόδιο της Οδύσσειας. Σύμφωνα με την εκδοχή του Κάφκα, ο Οδυσσέας δεν ήρθε ποτέ αντιμέτωπος με τις μαγικές ιδιότητες του τραγουδιού των Σειρήνων. Εάν οι Σειρήνες όντως τραγουδούσαν, το τραγούδι τους θα διαπερνούσε το κερί με το οποίο είχε σφραγίσει τα αυτιά των συντρόφων του. Απλά, σύμφωνα με τον Κάφκα, οι Σειρήνες, γοητευμένες από την έκφραση ευδαιμονίας του Οδυσσέα, που χαιρόταν για το κατόρθωμά του, αποφάσισαν να σιωπήσουν, αν και ο ήρωας βλέποντάς τες από μακριά νόμιζε ότι τραγουδούσαν. Η εκδοχή του Μπρεχτ συμφωνεί μ' αυτήν του Κάφκα στο ότι ο Οδυσσέας δεν άκουσε ποτέ το τραγούδι των Σειρήνων. Στη δική του «διόρθωση» όμως αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία στο τραγούδι των Σειρήνων. Πρόκειται για τέχνη, την οποία ο Οδυσσέας θέλησε να απολαύσει χωρίς να πληρώσει το αντίτιμο, περιορίζοντάς την σε μια ανώδυνη εμπειρία χωρίς συνέπειες. Γι' αυτό κι ο αφηγητής τον ονομάζει «προσεκτικό επαρχιώτη». Ο τρόπος όμως με τον οποίο θέλησε να χρησιμοποιήσει την τέχνη επισύρει την οργή των Σειρήνων, που τον βρίζουν με όλη τους τη δύναμη. Ο ήρωας, επομένως, συστρεφόταν μέσα στα δεσμά του όχι γιατί επιθυμούσε να πάει κοντά στις Σειρήνες μαγεμένος από το τραγούδι τους αλλά γιατί ντρεπόταν (Βαλαβάνη, 2002: 247-250).
Στοιχεία Έκδοσης:
Μπρεχτ, Μπέρτολτ. 2002. Διόρθωση παλιών μύθων και άλλες ιστορίες. Επιμ. και μετ. Νάντια Βαλαβάνη. Αθήνα: Καστανιώτης.
Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία:
Βαλαβάνη, Νάντια. 2002. Εισαγωγή στο Διόρθωση παλιών μύθων και άλλες ιστορίες. Επιμ. και μετ. Νάντια Βαλαβάνη. Αθήνα: Καστανιώτης. (βλ ΚΕΓ, komvos.edu)
1952 - Οδυσσέα γύρισε σπίτι, Ι. Καμπανέλλης
Είκοσι χρόνια μετά το Δεύτερο Τρωικό πόλεμο, ο Οδυσσέας ναυαγεί, μαζί με τους συντρόφους του, στο νησί της Κίρκης, όπου η φήμη για τις ηρωικές του πράξεις έχει προηγηθεί. Τα κατορθώματά του έπλασαν γύρω του ένα θρύλο, στον οποίο ο Οδυσσέας, μικρόσωμος και γερασμένος πια, δεν μπορεί να ανταποκριθεί. Έτσι αναγκάζεται να γίνει «έμπορος» του ίδιου του μύθου, ξεχνά τα αγνά ιδανικά και τα όνειρα με τα οποία ξεκίνησε κάποτε και μετατρέπεται σε έναν «επαγγελματία-ήρωα» για χάρη της πολιτικής αναγκαιότητας.
Γραμμένο το 1952, το έργο αυτό διατύπωνε μια πρωτότυπη σάτιρα, όχι ειδικά του οδυσσεϊκού μυθικού προτύπου, αλλά του μύθου εν γένει. Ο συγγραφέας ορίζει με τρόπο ξεκάθαρο τους εξ επαγγέλματος ήρωες και περιγράφει με ενάργεια, όσο και με καυστικό χιούμορ, τη διαμόρφωση μιας αγοράς μύθων, πάνω στην οποία στηρίζονται οι πολιτικές εξουσίες.
Η επιτυχία κατασκευάζει ένα θρύλο, που για να συντηρηθεί, χρειάζεται να θυσιασθεί το ίδιο το υποκείμενο, που προκάλεσε την ύπαρξή του. Το ίδιο το περιβάλλον του «ήρωα» δεν έχει τόση ανάγκη τον ίδιο τον φορέα της φήμης, όσο την διαφήμιση ενός «ονόματος» άδειου από τον άνθρωπο, που το έφερε. Ο καμπανέλλειος Οδυσσέας, ως διαφημιστής του ονόματός του, ομολογεί: «Ο κοσμάκης κάνει κι αυτός το κέφι του. Αν δεν του αρέσανε όλα αυτά, δεν θα τα πίστευε. Εσύ μπορείς να νομίζεις ότι εγώ εξαπατώ τους αφελείς. Στην πραγματικότητα δεν ξέρουμε ποιος εξαπατά τον άλλον» (κριτική παρουσίαση Κώστα Νταλιάνη).
«Είναι έξυπνα γραμμένη η σάτιρα του κ. Καμπανέλλη κι έξυπνα παίζεται. Τα ευρήματα αφθονούν, οι σκηνικές καταστάσεις έχουν τις πιο πολλές φορές πρωτοτυπία και φρεσκάδα. Μ’ όλο που ο θεατής έχει εθισθή στο κλίμα που δημιουργείται και περιμένει το απρόοπτο - εν τούτοις όταν έλθη, το χαίρεται και το απολαμβάνει.»
Αιμίλιος Χουρμούζιος (Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ)
«Έργο που ενοχλεί, που ανησυχεί, που ταράζει, έργο που θα εκτιμηθή από μικρή μερίδα θεατών και που πιθανόν να προκαλέσει και δυσφορία, αλλά που είναι ένα από τα πιο αξιόλογα του Καμπανέλλη - πραγματικά “σύγχρονο Θέατρο”.»
Ειρήνη Καλκάνη (ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ)
1966 - Οδυσσέα γύρισε σπίτι, θεατρική παράσταση
Η πρώτη θεατρική παράσταση του έργου έγινε το 1966 στο Θέατρο Κάρολος Κουν.
1992 - Οδυσσέας (ποίημα), Γ. Χουλιάρας
Ποίημα Οδυσσέας στο: Γιώργος Χουλιάρας. 1992. Fast Food Classics (στίχοι ταχυφαγείων). Αθήνα: Ύψιλον. Και στον συγκεντρωτικό τόμο Γιώργος Χουλιάρας. 2005. Δρόμοι της μελάνης (2005–1970). Αθήνα: Νεφέλη.