“Ζουν σε κάθε σημείο του πλανήτη, από τις στέγες των οικιών και τα λιμνάζοντα ύδατα των υδρορροών μέχρι τους πυθμένες των ωκεανών και τις κορυφές των Ιμαλάϊων. Είναι μικροσκοπικά ζώα με μαλακό σώμα που κινούνται αργά με τη βοήθεια 8 ποδιών καθώς αναζητούν την τροφή τους ή το αναπαραγωγικό τους ταίρι. Άγνωστα ακόμη και σε πολλούς από τους βιολόγους, τα βραδύπορα γοητεύουν όσους τα μελετούν λόγω της ικανότητας, που παρόμοιά της κανένα άλλο ζώο στον κόσμο δεν επιδεικνύει, να αντιστέκονται στο θάνατο όταν εκτίθενται σε ασύμβατες με το φαινόμενο της ζωής περιβαλλοντικές συνθήκες. Τα βραδύπορα προσελκύουν το ενδιαφέρον της σύγχρονης έρευνας με στόχο την αποσαφήνιση των γενετικών και βιοχημικών αιτιών μέσω των οποίων προκύπτουν ως οι πλέον ανθεκτικές μορφές ζώων του κόσμου.»
Νότα Λαζαράκη
Βιολόγος
Οι πλέον ανθεκτικές μορφές ζωής του κόσμου δεν προέρχονται από τις τάξεις των εντόμων ή των μικροοργανισμών, όπως ενδεχομένως έχει συχνά θεωρηθεί κατά το παρελθόν, αλλά από ένα φύλο μαλακών και μάλλον σκωληκόμορφων μικροσκοπικών ζώων που ονομάζονται βραδύπορα και αριθμούν περί τα 1300 σήμερα γνωστά διαφορετικά είδη. Τα βραδύπορα επιδεικνύουν την ικανότητα να διατηρούνται σε θερμοκρασίες υψηλές μέχρι 125oC ενώ μερικά τους είδη επιβιώνουν ακόμη και μετά την ολιγόλεπτη έκθεσή τους σε θερμοκρασίες πλησίον του απολύτου μηδενός (-272oC). Το υψόμετρο των 6000m ή το βάθος των 6000m των ωκεανών αποτελούν δυσμενή περιβάλλοντα, στα οποία ορισμένα είδη επιτυγχάνουν να επιβιώνουν ενώ η διατήρηση άλλων υπό πίεση έξι φορές μεγαλύτερη εκείνης των πυθμένων των ωκεανών φαίνεται ότι δεν είναι αρκετή για να επιφέρει το θάνατό τους. Επιπλέον είναι γνωστό ότι κάποια άτομα βραδυπόρων διατηρήθηκαν επί έναν αιώνα σε λανθάνουσα κατάσταση σε συνθήκες απολύτως άνυδρες και στη συνέχεια επανήλθαν στη ζωή ενώ μερικά είδη αποδεικνύονται ανθεκτικά ακόμη και στη διατήρησή τους σε κενό αέρος.
Τα βραδύπορα ζουν σε κάθε σημείο του κόσμου, οπουδήποτε υπάρχουν περιστασιακά ή μόνιμα ύδατα και χαρακτηρίζονται από κυλινδρικό σώμα με οκτώ κοντά και χονδρά πόδια που καταλήγουν σε μικρά νύχια. Η σύγχρονη έρευνα αποκαλύπτει ότι το μυστικό της ανθεκτικότητάς τους υπό εξαιρετικά δυσμενείς περιβαλλοντικές συνθήκες οφείλεται στην ικανότητα που τα ζώα αυτά επιδεικνύουν να ελαχιστοποιούν τους μεταβολικούς τους ρυθμούς δίχως να καταστρέφονται οι κυτταρικές δομές. Η αποσαφήνιση των μηχανισμών μέσω των οποίων συμβαίνει αυτή η διαδικασία αποτελεί τον στόχο της έρευνας του φύλου των βραδυπόρων, η οποία πιθανόν θα συμβάλλει στην κατανόηση των παραγόντων της μακροζωΐας όλων των ζώων ακόμη και αυτού του ανθρώπου.
Η ικανότητά των βραδυπόρων να αναστέλλουν κάθε ζωτική λειτουργία και να επανέρχονται σε ενεργές μορφές όταν οι συνθήκες γίνονται ευνοϊκές είχε εντυπωσιάσει τους ερευνητές ήδη από τον 18ο αιώνα. Οι πρώτες παρατηρήσεις των μικροσκοπικών ζώων πραγματοποιήθηκαν από τον πρωτοπόρο ερευνητή Anton van Leeuwenhoek, ο οποίος στις 3 Σεπτεμβρίου 1702 μετέφερε μία ελάχιστη ποσότητα σκόνης από την υδρορροή της στέγης της κατοικίας του σε δοκιμαστικό σωλήνα, προσέθεσε νερό και παρατήρησε το περιεχόμενο του σωλήνα στο μικροσκόπιό του. Η σκόνη είχε επί δύο ημέρες αποξηραθεί ενώ το νερό είχε αποστειρωθεί με βρασμό. Ο 70χρονος τότε ερευνητής έκπληκτος παρατήρησε ότι σε μισή ώρα ο δοκιμαστικός σωλήνας έβριθε από ζωικούς οργανισμούς, που κολυμπούσαν στην υδάτινη στήλη και δεν ήταν άλλοι από τα μικρά βραδύπορα.
Αρκετά χρόνια αργότερα ο διάσημος Ιταλός επιστήμονας Lazzaro Spallanzani μελέτησε το ζωικό φύλο και έδειξε ότι οι αντιπρόσωποί του είναι δυνατό να επιβιώσουν μετά από ψύξη ενώ τους περιέγραψε ως «ευνοημένοι από τη φύση οργανισμοί να αναβιώνουν μετά το θάνατό τους». Στον Spallanzani οφείλεται άλλωστε και η επιστημονική τους ονομασία Tardigrades, που αποδίδεται ως βραδύπορα στην ελληνική γλώσσα, από τις λατινικές λέξεις tardus που σημαίνει αργός και gradu που σημαίνει βήμα.
Ακολουθώντας τα βήματα του Spallanzani αρκετοί μεταγενέστεροι φυσιολόγοι προσπάθησαν να διευκρινίσουν τα όρια ανθεκτικότητας των μικρών αυτών ζώων. Αποδείχθηκε από τα πειράματά τους ότι τα βραδύπορα δεν είναι ανθεκτικά μόνο στην ξηρασία και τις ακραίες για το φαινόμενο της ζωής θερμοκρασίες αλλά και ότι έκθεσή τους σε δόση ακτινοβολίας X 250 φορές ισχυρότερης έντασης αυτής που σκοτώνει θηλαστικό ζώο ή σε πίεση 6000 ατμοσφαιρών δεν είναι ικανή να τα σκοτώσει. Τα βραδύπορα επιπλέον αντιστέκονται στον θάνατο υπό την παρατήρηση και φωτογράφηση τους στο ηλεκτρονικό μικροσκόπιο, όπου βρίσκονται σε κενό αέρος και ταυτόχρονα βομβαρδίζονται με ηλεκτρόνια. Η επαναφορά τους σε φυσιολογικές συνθήκες και η διατήρησή τους σε υγρό περιβάλλον συνοδεύεται από την εμφάνιση των ζωηρών και δραστήριων μορφών τους.