Η εικονομαχία εγκαινιάζει ένα καινούργιο και ιδιόμορφο κεφάλαιο στη βυζαντινή ιστορία. Η στάση του Λέοντα Γ' εναντίον της λατρείας των εικόνων προκάλεσε τη μεγάλη κρίση, που χαρακτηρίζει την περίοδο αυτή και που μετέβαλε την αυτοκρατορία σε θέατρο σοβαρών εσωτερικών αναταραχών για διάστημα περισσότερο από έναν αιώνα. Η κρίση αυτή υπόβοσκε από καιρό. Το γεγονός ότι στράφηκε γύρω από το ζήτημα των εικόνων, οφείλεται στην ειδική συμβολική σημασία που είχε η εικόνα σύμφωνα με τις αντιλήψεις των Βυζαντινών. Η λατρεία των ιερών εικόνων είχε διαδοθεί ευρύτατα στο χώρο της ελληνικής Εκκλησίας τους προηγούμενους αιώνες και ιδιαίτερα την εποχή μετά τον Ιουστινιανό Α' και αποτελούσε μια από τις σπουδαιότερες μορφές της ευσέβειας των Βυζαντινών. Από την άλλη μεριά, δεν έλειψαν και μέσα στην ίδια την Εκκλησία εικονοκλαστικές τάσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο χριστιανισμός, ως καθαρά πνευματική θρησκεία, αποκλείει τη λατρεία των εικόνων. Οι τάσεις αυτές ήταν ιδιαίτερα ισχυρές στις ανατολικές επαρχίες της αυτοκρατορίας, που ήταν πάντοτε χώρος θρησκευτικών ζυμώσεων. Εδώ εξακολουθούσαν να υπάρχουν σημαντικά υπολείμματα των Μονοφυσιτών και κέρδιζε συνεχώς έδαφος ο Παυλικιανισμός, μια αίρεση που ήταν εχθρική προς κάθε μορφή εκκλησιαστικής λατρείας. Πάντως την έκρηξη της υποφώσκουσας εικονομαχίας προκάλεσε η επαφή με τον αραβικό κόσμο.
Η εικονοκλαστική στάση του Λέοντα Γ' αποδόθηκε από τους αντιπάλους του άλλοτε σε ιουδαϊκή και άλλοτε σε μωαμεθανική επίδραση. Το γεγονός ότι ο Λέων Γ' καταδίωξε τους Εβραίους και τους ανάγκασε να βαπτισθούν, δεν αποκλείει το ενδεχόμενο να επηρεάσθηκε από τη μωσαϊκή θρησκεία με την αυστηρή της απαγόρευση των εικόνων. Επίσης και ο αγώνας του αυτοκράτορα εναντίον των Αράβων δεν αναιρεί οπωσδήποτε την πιθανότητα μιας κάποιας ευαισθησίας εκ μέρους του σε επιδράσεις από τον μωαμεθανικό πολιτισμό. Ο διωγμός των Εβραίων επί Λέοντα Γ', ένας από τους σχετικά σπάνιους διωγμούς Εβραίων στη βυζαντινή ιστορία, αποτελεί μάλλον τεκμήριο της μεγάλης επιρροής που ασκούσε το εβραϊκό στοιχείο την εποχή εκείνη. Από τον έβδομο αιώνα και εξής εμφανίζονται στους κύκλους της βυζαντινής θεολογικής γραμματείας πολλά πολεμικά συγγράμματα, που απαντούν σε ιουδαϊκές επιθέσεις εναντίον του χριστιανισμού. Περισσότερο σημαντική είναι όμως η υπόθεση για το αραβόφιλο φρόνημα του Λέοντα, τον οποίο μάλιστα οι σύγχρονοί του ονόμαζαν «σαρακηνόφρονα». Οι Άραβες, που από δεκαετίες έκαναν τις επιδρομές τους μέσα στα μικρασιατικά εδάφη, δεν έφερναν μαζί τους μόνο το σπαθί αλλά και τον πολιτισμό τους και μαζί με αυτόν και την ιδιάζουσα μωαμεθανική αποστροφή στην παράσταση του ανθρώπινου προσώπου. Έτσι η εικονομαχία γεννήθηκε στις ανατολικές περιοχές της αυτοκρατορίας μέσα από μιαν ιδιόμορφη συνάντηση της χριστιανικής πίστεως, που επιζητούσε την καθαρή πνευματικότητα, με τις διδασκαλίες αιρετικών εικονοκλαστικών κύκλων και των παλαιών χριστολογικών αιρέσεων, καθώς και με τις επιδράσεις μη χριστιανικών θρησκειών, όπως του Ιουδαϊσμού και ιδιαίτερα του Ισλάμ. Μετά την απώθηση της στρατιωτικής επιθέσεως στην Ανατολή, άρχισε με την εικονομαχία η πάλη ενάντια στη διείσδυση των ανατολικών πολιτιστικών επιδράσεων. Πρωτοπόρος της υπήρξε ο ίδιος εκείνος αυτοκράτορας, που είχε αναχαιτίσει την επέλαση των Αράβων μπροστά στις πύλες της Κωνσταντινουπόλεως.
Ο αυτοκράτορας δεν μπόρεσε να επιβάλει την εικονομαχία στην απόμερη Ιταλία. Ωστόσο το θεολογικό σύστημα του Δαμασκηνού καθόρισε αποφασιστικά όλη τη μετέπειτα εξέλιξη της διδασκαλίας των εικονοφίλων. Μετά την ολοκληρωτική αποτυχία των συζητήσεων ο Λέων Γ' δεν είχε άλλη εκλογή για την εφαρμογή των σχεδίων του εκτός από τη χρήση της βίας. Πράγματι προχώρησε στη μέθοδο αυτή και εξέδωσε ένα διάταγμα, με το οποίο διέταζε την καταστροφή όλων των λατρευτικών εικόνων. Βέβαια προσπάθησε να τηρήσει τα προσχήματα της νομιμότητας. Στις 17 Ιανουαρίου 730 συγκάλεσε σύναξη όλων των ανώτερων κοσμικών και εκκλησιαστικών αξιωματούχων, το λεγόμενο «σιλέντιον», από το οποίο ζήτησε να προσυπογράψει το διάταγμα που θα εξέδιδε. Ο πατριάρχης Γερμανός, που αρνήθηκε να υπογράψει, καθαιρέθηκε και στις 22 Ιανουαρίου ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο ο πρώην σύγκελλός του Αναστάσιος, που δεν είχε βέβαια καμιά αντίρρηση να συμμορφωθεί με τις διαταγές του αυτοκράτορα. Με τη δημοσίευση του εικονοκλαστικού διατάγματος, η εικονομαχική διδασκαλία περιβλήθηκε με το κύρος του νόμου. Έτσι άρχισε η πραγματική εικονομαχία με την καταστροφή των εικόνων και τον διωγμό των εικονοφίλων. [...]
Ο εικονοκλαστικός αγώνας στο Βυζάντιο είχε σοβαρές συνέπειες στις σχέσεις της Κωνσταντινουπόλεως με τη Ρώμη. Μετά τη δημοσίευση του εικονοκλαστικού διατάγματος, που κατέστησε την εικονομαχική διδασκαλία επίσημο δόγμα του κράτους και της Εκκλησίας, ήταν πλέον αναπόφευκτη η ανοικτή ρήξη, που υποδαυλιζόταν από καιρό. Ο πάπας Γρηγόριος Γ', ο διάδοχος του Γρηγορίου Β', βρέθηκε στην ανάγκη να καταδικάσει σε σύνοδο τη βυζαντινή εικονοκλαστική καινοδοξία κι ο Λέων Γ', που είχε διαψευσθεί στην ελπίδα να κερδίσει τον πάπα, όπως και εκείνος στην ελπίδα του να μεταπείσει τον αυτοκράτορα, έρριξε τους απεσταλμένους του Γρηγορίου Γ' στη φυλακή. Τη θρησκευτική διαφωνία ακολούθησε η πολιτική αποξένωση. Πρώτες πολιτικές συνέπειες της εικονομαχίας ήταν η διεύρυνση του χάσματος ανάμεσα στην Κωνσταντινούπολη και τη Ρώμη και η επικίνδυνη αποδυνάμωση της θέσεως του Βυζαντίου στην Ιταλία. [...]
Στη δεύτερη περίοδο της εικονομαχίας εμφανίσθηκαν καθαρότερα από ό,τι στον όγδοο αιώνα τα βαθύτερα κίνητρα της εκκλησιαστικής πολιτικής, δηλ. η προσπάθεια της αυτοκρατορικής εξουσίας να υποτάξει την εκκλησιαστική ζωή στην πολιτική της βούληση και η πεισματική αντίδραση, που αντέταξε στην προσπάθεια αυτή η Εκκλησία και ιδιαίτερα η ακραία πτέρυγά της. Στην αρχή νίκησε ο αυτοκράτορας, γιατί διέθετε τα αναγκαία μέσα για να επιβάλει δυναμικά τις απόψεις του. Ο Θεόδωρος και πολλοί οπαδοί του οδηγήθηκαν στην εξορία και κακοποιήθηκαν, ενώ ο Νικηφόρος καθαιρέθηκε. Στον πατριαρχικό θρόνο ανέβηκε την Κυριακή του Πάσχα, την 1η Απριλίου 815, ο αυλικός Θεόδοτος Μελισσηνός, ο οποίος όφειλε την εκλογή του στην ευγενική του καταγωγή και στη συγγένειά του με την τρίτη σύζυγο του Κωνσταντίνου Ε'. Λίγο μετά το Πάσχα συγκλήθηκε στην Αγία Σοφία μία σύνοδος υπό την προεδρία του νέου πατριάρχη, η οποία απέρριψε την οικουμενική σύνοδο της Νικαίας και αναγνώρισε τις αποφάσεις της εικονοκλαστικής συνόδου του 754. Πάντως η σύνοδος αυτή τόνισε ότι δεν θεωρεί τις εικόνες σαν είδωλα, πλην όμως διέταξε την καταστροφή τους. Η στάση αυτή χαρακτηρίζει την σύνοδο του Λέοντα Ε', η οποία στην ουσία έμεινε πιστή στις αρχές της παλαιάς εικονομαχίας, έδειξε όμως περισσότερο διαλλακτική στάση στη διατύπωση των αποφάσεών της. Τις ιδέες της άντλησε η σύνοδος αυτή από τα πρακτικά της συνόδου του 754. Επανέλαβε την παλαιά εικονοκλαστική διδασκαλία αμβλύνοντάς την όμως σημαντικά και αποφεύγοντας τα ουσιαστικά δογματικά ζητήματα με διφορούμενες και κενές φράσεις. Όπως η ίδια η νέα εικονοκλαστική κίνηση, το ίδιο και η σύνοδος του 815 έχει τη σφραγίδα της επιγονικής αδυναμίας. Ενώ η εικονομαχία του Λέοντα Γ' και του Κωνσταντίνου Ε' ήταν μια κίνηση με μεγάλο σθένος και δυναμισμό, η εικονομαχία του ένατου αιώνα ήταν μία αντιδραστική και μιμητική προσπάθεια. Τις εσωτερικές αδυναμίες της αντιδραστικής αυτής κινήσεως δεν μπορεί να καλύψει το γεγονός, ότι ο αυτοκράτορας με τα δυναμικά μέσα που διέθετε ήξερε να επιβάλλει τις απόψεις του και να διώξει ωμά αυτούς που αντιδρούσαν. Ο Λέων Ε' δεν διέθετε ούτε στο ελάχιστο τη συμπαράσταση που είχαν οι εικονομάχοι αυτοκράτορες του όγδοου αιώνα και για τον λόγο αυτό έτρεμε συνεχώς για το θρόνο του. Ο φόβος της ανατροπής μεταβλήθηκε στα τελευταία χρόνια της βασιλείας του σε πραγματική μανία. Όλα όμως τα προστατευτικά μέτρα που έλαβε δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν το μοιραίο. Την ημέρα των Χριστουγέννων του 820 δολοφονήθηκε μπροστά στην αγία Τράπεζα της Αγίας Σοφίας κατά την διάρκεια της θείας λειτουργίας από τους οπαδούς του πρώην συμπολεμιστή του, του Μιχαήλ από το Αμόριο.
Δραστηριότητα
Να μελετήσετε τη προσέγγιση του ιστορικού πάνω στο ζήτημα της εικονομαχικής κρίσης.