Η φράση του Κυρίου «ἐγὼ εἰμὶ ἡ ἄμπελος καὶ ὑμεῖς τὰ κλήματα» δεν πρέπει οπωσδήποτε να μας παραπέμπει στη γνωστή βυζαντινή εικόνα του Χριστού ως κληματαριάς, καθώς συνιστά ένα αμάλγαμα με το δέντρο της ζωής. Μάλλον στο 15ο κεφάλαιο του Κατά Ιωάννην Ευαγγελίου, ο Χριστός είναι ο συνήθως περιφραγμένος και στοιχισμένος αμπελώνας, όπου με προσανατολισμό το ζωογόνο πνεύμα του βοριά, αναφύονται στο ξερό χώμα του ως μεμονωμένα κλήματα οι μαθητές του, προορισμένα να προσφέρουν το ποτό της έκστασης και της χαράς. Μάλιστα, ο αμπελουργός, πριν αρχίσει να ετοιμάζει την άμπελο, σκύβει και φιλάει το χώμα της γης.

Συνεπώς, κάθε μαθητής είναι ένα κλήμα με τη δική του ιδιοπροσωπία, όπως και κάθε Εκκλησία σε ένα άλλο έργο του Ιωάννη του Θεολόγου, την Αποκάλυψη, είναι μια μεμονωμένη λυχνία αντί της «επτάφωτης μενορά». Τα όσα λέει ο Ιησούς σχετικά με την άμπελο και τα κλήματα, αποτελούν, κατ’ ουσίαν, μία συνέχεια του Νιπτήρα και του Μυστικού Δείπνου. Για τον λόγο αυτό, τα λόγια αυτά συνδέθηκαν στην παράδοση της Εκκλησίας με το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Τα λόγια αυτά εμπεριέχονται στην πρώτη ευαγγελική περικοπή που διαβάζεται στην Εκκλησία τη Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ, την ημέρα εκείνη της Μ. Εβδομάδας κατά την οποία περιφέρεται ο Σταυρός μέσα στον ναό, ενώ ψάλλονται οι στίχοι «Σήμερον κρεμᾶται ἐπὶ ξύλου...»

Χριστός η Άμπελος, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, 16ος αι.
Χριστός η Άμπελος, Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο, 16ος αι.