Α' Λυκείου – Ιστορία

Κεφάλαιο 22: Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας

Διαδραστικό Γλωσσάρι Όρων

Εμφανίζονται 20 όροι

Ιστορικός όρος

Imperium Romanum

Η ρωμαϊκή αυτοκρατορική παράδοση που αποτέλεσε τη βάση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Ιστορικός όρος

Θεόστεπτος Ηγέτης

Ο αυτοκράτορας που θεωρείται διορισμένος από τον Θεό για να κυβερνά και να προστατεύει την πίστη.

Ιστορικός όρος

Ύπαρχος του Λόγου

Τίτλος που αποδίδεται στον αυτοκράτορα, υποδεικνύοντας τη σύνδεσή του με τη θεία τάξη.

Ιστορικός όρος

Εικονομαχία

Η περίοδος σύγκρουσης σχετικά με τη λατρεία των εικόνων (726-843 μ.Χ.), που προκάλεσε κοινωνικές και πολιτικές αναταραχές.

Ιστορικός όρος

Επαναγωγή

Νομικό και διοικητικό κείμενο που καθόριζε τις αρμοδιότητες Κράτους και Εκκλησίας.

Ιστορικός όρος

Οικουμενική Σύνοδος

Σύγκληση επισκόπων υπό την αιγίδα του αυτοκράτορα για την επίλυση θεολογικών και εκκλησιαστικών ζητημάτων.

Ιστορικός όρος

Παλαιολόγοι

Η τελευταία δυναστεία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (1261-1453), υπό την οποία αυξήθηκε η επιρροή της Εκκλησίας.

Ιστορικός όρος

Επανένωση Εκκλησιών

Η απόπειρα συνένωσης Ανατολικής Ορθόδοξης και Δυτικής Καθολικής Εκκλησίας για πολιτικούς και στρατιωτικούς σκοπούς.

Ιστορικός όρος

Αίρεση

Θρησκευτική απόκλιση από την επίσημη διδασκαλία της Εκκλησίας, συχνά πηγή συγκρούσεων.

Ιστορικός όρος

Καθαίρεση

Η απομάκρυνση από το πατριαρχικό ή άλλο εκκλησιαστικό αξίωμα.

Λεξιλόγιο

Θεοκρατική Δομή

Πολιτικό σύστημα στο οποίο η θρησκεία καθορίζει τη διοίκηση και την οργάνωση του κράτους.

Το Βυζάντιο είχε θεοκρατική δομή με στενή σχέση Εκκλησίας και Πολιτείας.
Λεξιλόγιο

Παρέμβαση

Ενέργεια που επηρεάζει ή καθορίζει μια κατάσταση.

Η αυτοκρατορική παρέμβαση στα εκκλησιαστικά ζητήματα ήταν συχνή.
Λεξιλόγιο

Αντανάκλαση

Η απεικόνιση ή έκφραση ενός φαινομένου σε άλλο επίπεδο.

Η αυτοκρατορία θεωρούνταν αντανάκλαση της θεϊκής τάξης στη Γη.
Λεξιλόγιο

Διαμάχη

Συγκρουσιακή κατάσταση μεταξύ διαφορετικών παρατάξεων ή θεσμών.

Η εικονομαχία ήταν μια μακρά διαμάχη μεταξύ εικονοφίλων και εικονομάχων.
Λεξιλόγιο

Διωγμός

Επίσημη καταδίωξη ομάδας ή ατόμων λόγω των πεποιθήσεών τους.

Οι εικονόφιλοι υπέστησαν διωγμούς κατά την εικονομαχία.
Λεξιλόγιο

Αποκατάσταση

Η επαναφορά μιας κατάστασης ή σχέσης σε προηγούμενη σταθερότητα.

Η αποκατάσταση των εικόνων έγινε το 843 μ.Χ.
Λεξιλόγιο

Πίστη

Η αφοσίωση σε θρησκευτικές, ηθικές ή πολιτικές αρχές.

Η προστασία της ορθόδοξης πίστης ήταν καθήκον του αυτοκράτορα.
Λεξιλόγιο

Συνοχή

Η ενότητα και η αλληλοστήριξη διαφορετικών στοιχείων μέσα σε ένα σύστημα.

Η θρησκεία εξασφάλιζε τη συνοχή της βυζαντινής κοινωνίας.
Λεξιλόγιο

Αυτονομία

Η δυνατότητα αυτοδιαχείρισης και ανεξαρτησίας από εξωτερικούς παράγοντες.

Η Εκκλησία διεκδικούσε αυτονομία έναντι της κρατικής εξουσίας.
Λεξιλόγιο

Προοπτική

Η μελλοντική δυνατότητα εξέλιξης ή αλλαγής μιας κατάστασης.

Η επανένωση των Εκκλησιών φαινόταν ως προοπτική σωτηρίας.