1. Κάλαντα Χριστουγέννων από την Όλυμπο Καρπάθου. Τραγουδάει η χορωδία του Χορευτικού Τομέα του Πολιτιστικού Ομίλου Φοιτητών Πανεπιστημίου Αθηνών.
Καλήν εσπέραν άρχοντες κι αν είναι ορισμός σας,
Χριστού τη Θεία Γέννηση να πω στ’ αρχοντικό σας
Χριστός γεννάται σήμερον εν Βηθλεέμ τη πόλει
Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η φύσις όλη.
Εν τω σπηλαίω τίκτεται, εν φάτνη των αλόγων,
Ο Βασιλεύς των ουρανών και ποιητής των όλων
Πλήθος αγγέλων ψάλλουσιν το Δόξα εν υψίστοις,
Και τούτο άξιον εστίν η των ποιμένων πίστις
Εκ της Περσίας έρχονται τρεις Μάγοι με τα δώρα
Άστρον λαμπρόν τους οδηγεί χωρίς να λείψει ώρα,
Φθάσαντες εις Ιερουσαλήμ με πόθον ερωτούσιν
Πού εγεννήθη ο Χριστός, να πάν’ να τον ευρούσι.
Δια Χριστόν ως ήκουσεν ο βασιλεύς Ηρώδης,
Αμέσως εταράχθηκε κι έγινε θηριώδης,
Διότι πολλά φοβήθηκε δια την βασιλείαν
Μην του την πάρει ο Χριστός και χάσει την αξίαν.
2. Κάλαντα Πρωτοχρονιάς από τον Αρχάγγελο Ρόδου, 1958. Από το Κέντρον Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας. Εθνική Μουσική Συλλογή.
Καλησπερώ σ’, αφέντη μου,
καλές αυγές κοιμάσαι,
καλά σου ξημερώματα,
σαν κάθεσαι και ‘φκράσαι.
Κι εμείς στην πόρτα σου ήρθαμε
με το δικό σου θάρρος,
παρακαλώ σ’, αφέντη μου,
και μην το πάρεις βάρος.
Αν είναι θέλημα Θεού
τα κάλαντα να πούμε
και μ’ όλη μας τη συντροφιά
να σας καλησπερούμε.
Αρχιμηνιά κι αρχιχρονιά,
πρώτη Ιανουαρίου,
που μπαίνει ο μήνας του Χριστού,
τ’ αγίου Βασιλείου.
Όπου γεννήθην ο Χριστός
στον κόσμο και πορπάτει.
Το πρώτον χνάρι που ‘καμε
χρυσόν δεντρίν εβγήκε.
Χρυσά ήταν τα φύλλα του
γράμματα τα κλωνιά του.
Παπάδες τ’ ανεγνώνανε,
διάκοι τα συλλαβούσαν.
Κι ένα διακάκιν έρχετο
από την Καισαρεία
κι εβάστα και στα χέρια του
λαμπάδες και κερία.
Διακάκι, πόθεν έρχεσαι
και πόθεν κατεβαίνεις;
Από της μάνας μ’ έρχομαι
και στο σχολειό πηγαίνω.
Κάτσε να φας, κάτσε να πιεις,
κάτσε να τραγουδήσεις,
κάτσε τον πόνο σου να πεις,
να μας καλοκαρδίσεις.
Εγώ γράμματα μάθαινα,
τραγούδια δεν ηξεύρω.
Και σαν ηξεύρεις γράμματα
πες μας την αρφαβήτα.
Και στο ραβδί του ζύγωσε
να πει το αρφαβήτα.
Και το ραβδί ξηρόν ήτον
χλωρά βλαστάρια επέτα.
Και πάνω στα βλαστάρια του
πέρδικες κελαηδούσαν
και κάτω στη ριζούλα του
βρύσες εκυματούσαν.
Και κατεβαίν’ η πέρδικα
πίνει νερό και βγαίνει
και βρέχει τη φτερούγα της
και σ’ ένα […] ραίνει.
Αφέντη μου, να χαίρεσαι,
αφέντη μου, να ζήσεις,
στον άγιο τάφο του Χριστού
να πας να προσκυνήσεις.
Και πάλι να μεταστραφείς,
να ‘ρθεις να χαιρετήσεις,
ρόδα και μοσκολίβανα
να φέρεις να δανείσεις.
Και σένα, αφέντη, πρέπει σου
καρέκλα καρυδένια
για ν’ ακουμπάς τη μέση του
τη μαργαριταρένια.
Και πάλι ξαναπρέπει σου
κορώνα στο κεφάλι
για να σ’ εμπρός σηκώνουνται
όλοι, μικροί, μεγάλοι.
Χριστός γεννέθεν, χαρά σον κόσμον
χα, καλή ώρα, καλή σ’ ημέρα,
χα, καλόν παιδίν οψέ γεννέθεν.
Οψέ γεννέθεν ουρανοστάθεν,
τον εγέννεσεν η Παναΐα,
τον ανέστεσεν Αϊ-Παρθένος.
Εκαβάλ’κεψεν χρυσόν πουλάρι
κι εκατήβεν σο σταυροδρόμι,
Έρπαξαν ατόν οι xίλ’ Εβραίοι,
xίλ’ Εβραίοι και μύρ’ Εβραίοι.
Ας σ’ ακρεντικά κι ας σην καρδίαν
αίμαν έσταξεν, χολήν κι εφάνθεν,
ούμπαν έσταξεν και μύρος έτον,
μύρος έτον και μυρωδία.
Εμυρίστεν ατ’ ο κόσμον όλον
για μυρίστ’ ατό και συ αφέντα,
συ αφέντα, καλέ μ’ αφέντα.
Έρθαν τη Χριστού τα παλικάρια
και θυμίζ’νε σον νοικοκύρην,
νοικοκύρην και βασιλέαν.
Δέβα σο ταρέζ’ κι έλα σην πόρτα σ’
δώσ’ μας ούβας και λεφτοκάρια
κι αν ανοίεις μας χαράν σην πόρτα σ’.