Γιάννης Πανούσης. «Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα διηγούνται». Από το βιβλίο «34 συγγραφείς γράφουν χριστουγεννιάτικες ιστορίες», Εκδόσεις: Ελληνοεκδοτική. Διαβάζει η Αναστασία Καππάτου.

 

Είχαν φυτρώσει μαζί, δεν θυμούνται πότε και πώς. Η ίδια η φύση τα είχε μεγαλώσει. Αδελφάκια, ξαδελφάκια ελατάκια. Το ένα ψηλό, το δεύτερο μέτριο, το τρίτο λίγο καχεκτικό. Παίζανε με τις αχτίδες του ήλιου και με τις ανταύγειες του φεγγαριού. Ακούγανε τα τιτιβίσματα των πουλιών και ανασαίνανε τον καθαρό αέρα, που σπάταλα τους χάριζε το δάσος. Κατά καιρούς παιδικές φωνές και τραγούδια ζεσταίνανε τις κρύες μέρες του χειμώνα.

Κι έξαφνα, ένα πρωινό, ήρθαν κάποιοι μ’ ένα φορτηγό και με κοφτερά εργαλεία και ξερίζωσαν και τα τρία. Πονέσανε πολύ, αλλά δεν μίλησαν, γιατί τουλάχιστον θα ήταν και πάλι μαζί.

Τα έστησαν όρθια σε μία φωτισμένη πλατεία, πλάι σε άλλα άγνωστα δέντρα. Πρώτη φορά είδαν τόσα αυτοκίνητα και τόσους ανθρώπους να τρέχουν αλαφιασμένοι.

Κι ύστερα πλησίασαν κάποιοι κι άρχισαν να τα κοιτάζουν, να τα εξετάζουν σαν γιατροί και κάτι να λένε με τον κύριο που καθότανε σ’ ένα σκαμνί δίπλα τους. Στην αρχή πίστευαν ότι ήταν εκεί για να τα φυλάει, αλλά τελικά εκείνος τα πουλούσε, όταν συμφωνούσε για την τιμή τους. Τότε ήταν που για πρώτη φορά χώρισαν. Δεν πρόλαβαν ούτε ένα αντίο να πούνε. Το ένα το άρπαξε σχεδόν με βία ένα αγοράκι ντυμένο με πολύ όμορφα ρούχα, το άλλο το αγόρασε μετρώντας τα κέρματα ένας μεσόκοπος με τραγιάσκα και το τρίτο, καθώς είχε ξεμείνει μόνο του, το έδωσε μισοτιμής ο πωλητής σ’ έναν κύριο από άλλη χώρα.

Από εκείνη τη στιγμή η ζωή του κάθε δέντρου άλλαξε.

Το πρώτο δέντρο γέμισε με λαμπάκια κι είχε ένα χρυσό μεγάλο άστρο στο κεφάλι του και πολλά δώρα στις ρίζες του. Το είχαν στήσει στη γωνία του μεγάλου μπαλκονιού της μεζονέτας, πλάι σ’ ένα τραπέζι γεμάτο καλούδια, όπου μαζεύτηκαν διάφοροι, τρώγανε, πίνανε, αλλά δεν τραγουδούσαν, ούτε γελούσαν. Το δέντρο ζεσταινόταν από το θερμαινόμενο πάτωμα και τα φώτα από τους πολυελαίους μόνο όταν ήταν ανοικτά τα παράθυρα. Τα κινητά χτυπούσαν συνεχώς κι όλοι αντάλλασσαν τυπικά λόγια, κάτι σαν μισο-ευχές, με κάποιους γνωστούς. Το γούρι στην τεράστια βασιλόπιτα ήταν ένα ταξίδι στο εξωτερικό (αν έπεφτε σε ενήλικα) ή κονσόλα για βιντεοπαιχνίδια (αν έπεφτε σε μικρό παιδί). Όταν άνοιξαν τα δώρα, τα τρία παιδιά είπαν «καληνύχτα» και η madame Marie τα πήγε για ύπνο. Κανείς από την οικογένεια Πανταγιόπουλου δεν χαιρέτησε το χριστουγεννιάτικο δέντρο πριν σβήσουν τα φώτα.

Το δεύτερο δέντρο είχε μόνο ένα χάρτινο αστεράκι στην κορυφή, ενώ στη ρίζα του βρισκόταν μία σκούφα Αϊ-Βασίλη γεμάτη με γκαζές και γλυκά. Το τραπέζι ήταν απλό και το φαγητό λιτό. Ο μαστρο-Νικόλας, η κυρά του κι ο γιος τους, Παναγιώτης, ακούγανε το ραδιόφωνο που έπαιζε χριστουγεννιάτικα τραγούδια και κέρασαν ένα ποτήρι κρασί σε τρεις φίλους που πέρασαν για τα «χρόνια πολλά». Το τηλέφωνο χτύπησε δύο φορές. Ήταν οι παππούδες και οι γιαγιάδες, οι οποίοι έκαναν γιορτές στο χωριό. Το καλοριφέρ μισόκλειστο -οικονομίες πετρελαίου στο ισόγειο, έχει πει ο διαχειριστής της πολυκατοικίας- και το φλουρί στην πίτα μία κυριακάτικη βόλτα και μετά σινεμά. Πριν κοιμηθούν, κοιτώντας και το αστέρι του δέντρου, ευχήθηκαν όλοι η επόμενη χρονιά να τους βρει και πάλι μαζί και ευτυχισμένους -αν και ο Παναγιώτης ονειρεύτηκε να του φέρει ο Αϊ-Βασίλης ένα ποδήλατο.

Το τρίτο δέντρο, όπως ήταν μικροκαμωμένο, στριμώχτηκε σε μία γωνία του υπογείου και ο Αχμέτ μαζί με την Αϊσέ και τα πέντε παιδιά τους του έβαλαν κάτι στολίδια που τα βρήκαν πεταμένα στη σκάλα και μέσα στις τρύπιες κόκκινες κάλτσες τοποθέτησαν κάτι χαρτάκια με ευχές στη γλώσσα τους. Το δέντρο κρύωνε, γιατί η ξυλόσομπα δεν ζέσταινε όλο το δωμάτιο. Είχαν ανοίξει την ασπρόμαυρη τηλεόραση κι έβλεπαν μια χριστουγεννιάτικη εκπομπή με τραγούδια που δεν πολυκαταλάβαιναν, αλλά γιόρταζαν για να δώσουν χαρά στα παιδιά. Τα πιτσιρικάκια τα πήρε ο ύπνος σχεδόν νηστικά, αφού το «γιορτινό τραπέζι» είχε μόνο κάτι μισοπαγωμένα φαγητά που τους είχαν προσφέρει κάποιοι καλοί γείτονες. Δεν είχαν ούτε κινητά ούτε σταθερό τηλέφωνο. Άλλωστε, δεν περίμεναν κάποιον να τους θυμηθεί. Όποιος θα ήθελε να τους μιλήσει θα χτυπούσε το κουδούνι, όμως κάτι τέτοιο δεν έγινε. Η πίτα δεν είχε γούρι, αλλά είχε την όμορφη γεύση από υλικά της χώρας τους. Ευχήθηκαν του χρόνου να έχουν βρει καλή δουλειά, τα παιδιά να φοράνε ζεστά ρούχα και το δέντρο να είναι ψηλότερο.

Οι γιορτές τελείωσαν.

Η οικογένεια Πανταγιόπουλου, στην πραγματικότητα η madame Marie, η οικιακή βοηθός, πέταξε το πρώτο δέντρο στον σκουπιδοτενεκέ κι όπως δεν χώραγε, άφησε τις ρίζες του έξω να παγώνουν. Η οικογένεια του μαστρο-Νικόλα κράτησε το δεύτερο δέντρο στο πατάρι του ισογείου για να το ‘χουν και του χρόνου. Η οικογένεια του Αχμέτ δεν ήξερε τι να κάνει με το δέντρο, γιατί έπιανε χώρο στο δωματιάκι και ένα από τα παιδιά το χάρισε σ’ έναν φίλο του που έπαιζαν μαζί στην πίσω αυλή.