Μάνος Ελευθερίου, «Του Γενάρη το φεγγάρι», εκδόσεις Κέδρος, 1998. Διαβάζει η Αναστασία Καππάτου.

 

Δεκέμβριος

                                                Χειμωνιάτικη γέννα,

                                                καλοκαιρινή χαρά

            Ο Δεκέμβρης είναι γέρος και συνταξιούχος. Τα κάτασπρα μαλλιά και τα γένια του σέρνονται στο πάτωμα. Ζει με την κόρη του την Παγωνιά, ένα γυάλινο κορίτσι, που τον περιποιείται μαζί με τις φιλενάδες της, τις Νιφάδες, τις κόρες του Χιονιά. Το σπίτι τους είναι από κρυσταλλιασμένα νερά και μέσα στους τοίχους ταξιδεύουν αιώνια τα πουλιά που έχασαν τον προορισμό τους πεταλούδες και δέντρα, ψάρια των ποταμών και της μουσικής, κλαδιά και φύλλα της αγάπης, που παρασύρθηκαν μιαν άγρια νύχτα μέχρι την άκρη του σύμπαντος…

            Ο Δεκέμβρης στα νιάτα του ήταν συμβολαιογράφος. Γι’ αυτό και τώρα του αρέσουν τα κατάστιχα, οι λογιστικές μηχανές, τα χρωματιστά μολύβια, οι πένες, το μελάνι, τα μελανοδοχεία, οι χάρακες, το άρωμα της γομολάστιχας, οι παλιές εφημερίδες. Ψάχνει και βρίσκει πληροφορίες για τη ζωή των παλαιών ανθρώπων, τη συγκρίνει με των σημερινών, προσθέτει την πείρα του, αφαιρεί τη νοσταλγία του, πολλαπλασιάζει πρόσωπα και αριθμούς, κι όλα μαζί τα διαιρεί με άλλους, φανταστικούς αριθμούς, που μόνο εκείνος ξέρει την αξία και τη χρησιμότητά τους. Τώρα, ασχολείται ερασιτεχνικά και με το γράψιμο. Καταγράφει τα κέρδη και τις ζημίες των έντεκα αδελφών του, στέλνει συνεχώς βιαστικά σημειώματα, συμβουλεύει, καθοδηγεί, ελέγχει, παρακαλεί, διατάζει. Τ’ αδέλφια του τον αγαπούν και τον υπακούνε.

-Να μη ρίχνεις, Γενάρη μου, τόσα χιόνια, σε παρακαλώ, λέει ο Δεκέμβρης. Η σπορά πήγε χαμένη. Τα ζώα ψόφησαν. Οι άνθρωποι υποφέρουν.

-Μάλιστα, αδελφέ μου, λέει ο Γενάρης. Του χρόνου, σου το υπόσχομαι, θα είμαι προσεκτικός. Δεν προλαβαίνω τώρα… Ό,τι έγινε, έγινε…

-Να μη βρέχεις, Φλεβάρη μου, τόσο πολύ, σε παρακαλώ, λέει ο Δεκέμβρης. Δεν είδες που πλημμύρισαν τόσα σπίτια κι έμειναν στους δρόμους τόσες οικογένειες;

-Μάλιστα, αδελφέ μου, λέει ο Φλεβάρης. Του χρόνου, σου το υπόσχομαι, θα προσέξω. Είναι η τελευταία φορά. Για φέτος δεν προλαβαίνω…

-Κι εσύ, βρε Μάρτη μου, δεν μπορούσες να πάρεις ένα τηλέφωνο το Φλεβάρη και να τα κανονίσετε έτσι που να χαρίσει σε σένα τις βροχές; Δεν καταλαβαίνεις πως τώρα τις έχει ανάγκη η σπορά, κι οι άνθρωποι κάνουν παρακλήσεις στους δρόμους για να βρέξει; Τώρα σας έπιασε η τσιγκουνιά;

-Μάλιστα, αδελφέ μου, λέει ο Μάρτης ντροπιασμένος κι αρχίζει να ψιλοβρέχει τέσσερα μερόνυχτα, αλλά μετά ξεχνιέται κι αρχίζει τα παιχνίδια και τα στοιχήματα με τον ήλιο.

            Έτσι περνούν οι μέρες.

            Έτσι περνούν τα χρόνια και οι αιώνες.

            Πολλές φορές ξεχνιέται κι ο Δεκέμβρης κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τα χιονισμένα τοπία τ’ ουρανού, τις Νιφάδες που χορεύουν μέσα στο φως της αιωνιότητας, ένα φως που πάει να σβήσει και ξαφνικά γίνεται σαν κάποιος να άναψε μεγάλες φωτιές μπροστά σε χιλιάδες καθρέφτες.

            Είναι η κόρη του η Παγωνιά που μετακομίζει από το ένα δωμάτιο στο άλλο, κι οι φιλενάδες της την ακολουθούν κρατώντας η καθεμιά τους κι ένα μεγάλο πολύχρωμο κερί σαν ανθισμένο δεντράκι. Του Δεκέμβρη η μέρα, καλημέρα, καλησπέρα, τραγουδούν τα κορίτσια, κι ο Ήλιος σβήνει τα φώτα του καραβιού του κι ύστερα πάλι τ’ ανάβει, κι ο κάθε ναύτης του καραβιού κρατάει τ’ αναμμένα άστρα. Και τότε γίνονται οι μικρότερες και οι μεγαλύτερες ημέρες του χρόνου. Κι ο γερο-Δεκέμβρης κάθεται σκυμμένος στο γραφείο του κι όλο γράφει, γράφει, γράφει τα «πεπραγμένα» -όπως τα λέγαν οι παλαιοί- του χρόνου που πέρασε. Τόσες αγάπες και τόσοι χωρισμοί. Τόσα ευχάριστα, τόσα δυσάρεστα. Τόσα τροχαία, τόσοι πόλεμοι. Τόση πείνα, τόση λειψυδρία. Τόση δυστυχία, τόση ευτυχία.

            Και τότε γίνεται το Χειμερινό Ηλιοστάσιο, γιατί ο Ήλιος χαίρεται πραγματικά και χαμογελά ευχαριστημένος που τον θυμήθηκαν ύστερα από τόσο καιρό. Και διαβάζει τα γράμματα του Δεκέμβρη και κλαίει από χαρά. Και τότε το βόρειο ημισφαίριο της Γης φωτίζεται περισσότερο. Η μέρα μεγαλώνει σαν να ‘ναι καλοκαιράκι. Θυμάται παλιές γιορτές πριν από χιλιάδες χρόνια, με άλλους ανθρώπους, και λατρείες, όταν τον λάτρευαν σαν θεό και αφιέρωναν στο όνομά του τις πόλεις τους. Και τι γιορτές, και τι παρελάσεις γίνονταν προς τιμήν του, όπως παραδείγματος χάρη στην αρχαία Ηλιούπολη της Αιγύπτου, κι ακόμη στο λαό των Αζτέκων στο παλιό Μεξικό, ή στην Αρχαία Κόρινθο, που διοικούσε ο γιος του ο Αιήτης.

            Κι ο Δεκέμβρης, που έχει κι αυτός τις ίδιες σκέψεις με τον Ήλιο, βγαίνει στη βεράντα και τον χαιρετά με εγκαρδιότητα.

            Κι έτσι περνούν οι μέρες. Κι έτσι περνούν τα χρόνια και οι αιώνες. Κι ο Δεκέμβρης πάλι ξεχνιέται πάνω στα χαρτιά του, και βρίσκουν ευκαιρία οι άνεμοι και οι βροχές και τρέχουν σαν διαβολάκια παίζοντας στην αυλή του. Και παίζουν κυνηγητό και κρυφτό με τη θάλασσα και το χιόνι. Κι ο Δεκέμβρης, μετανιωμένος που ξεχάστηκε στις αναμνήσεις του, τους διατάζει να πάνε για ύπνο, γιατί ήδη στην πόρτα του σπιτιού του έχει φτάσει ο άγιος Νικόλαος, ο προστάτης των ναυτικών, που ήταν κάποτε επίσκοπος Μύρων της Λυκίας, δηλαδή στην πανέμορφη Μικρά Ασία, με τα γένια και τα ράσα του βρεγμένα από το θαλασσινό νερό, και του απαγορεύει να ξανακάνει τόσες φοβερές φουρτούνες. Και πιο πίσω του έρχεται ο άγιος Μόδεστος, που προστατεύει τα ζώα, οι δέκα μάρτυρες της Κρήτης, ο άγιος Σάββας, ο άγιος Σπυρίδων και η αγία Βαρβάρα, οι αγίες Ευγενία και Αναστασία η Φαρμακολύτρια, ο άγιος Στέφανος.

            Κι ακούγονται στους ουρανούς διαταγές των αγγέλων που λένε πως αυτή τη νύχτα που ξημερώνει, 25 Δεκεμβρίου, ο αέρας και το χιόνι να σταματήσουν. Να κρυφτούν στις σπηλιές τους οι λύκοι και τα τσακάλια. Γιατί απόψε, σε μια σκοτεινή φάτνη της Βηθλεέμ, γεννιέται ο Ιησούς Χριστός, ο γιος του Ιωσήφ και της Μαρίας, ο αδελφός της Αγάπης, ο αδελφός του κόσμου…