Πετάει, πετάει το σχολείο!
Δύο κολλητά φιλαράκια που τρελαίνονταν για παιχνίδι, βαριόντουσαν την αλφαβήτα την αριθμητική και την ορθογραφία. Μόνο η ζωγραφική τούς άρεσε. Τους άρεσε βέβαια και το διάλειμμα, τους άρεσε πολύ σαν τη σοκολάτα παγωτό.
- Αχ, αυτό το σχολείο, αχ, να είχε φτερά και να πετάγαμε την ώρα του μαθήματος πάνω απ’ την πόλη!
Μια Κυριακή πρωί πήγαν κρυφά τα δύο φιλαράκια και ζωγράφισαν στους τοίχους του σχολείου κάτι τεράστια φτερά, κόκκινα και γαλάζια. Ζωγράφισαν και πουλιά, ζωγράφισαν και πεταλούδες πολύχρωμες σαν λουλούδια.
Την άλλη μέρα το πρωί, την ώρα της αριθμητικής, άρχισε ξαφνικά το σχολείο να υψώνεται σιγά σιγά στον ουρανό πάνω από την πόλη! Ναι, πετούσε με τα φτερά που του είχαν ζωγραφίσει τα δύο φιλαράκια, και με τα φτερά των ζωγραφιστών πουλιών και πεταλούδων.
Στην αρχή τρομοκρατήθηκε η δασκάλα. Φώναζαν φοβισμένοι μαθητές. Μόνο τα δύο φιλαράκια χαμογελούσαν πονηρά. Ήταν ευτυχισμένα γιατί κατάλαβαν πως η ευχή τους έπιασε. Το σχολείο τους πετούσε! Κάτι τέτοιο δεν είχε ξαναγίνει βέβαια σε ολόκληρη τη γη. Το υπέροχο αυτό ταξίδι πάνω απ’ την πόλη κράτησε τρεις ολόκληρες ώρες. Κι ήταν σαν όνειρο. Μπορεί και να ήταν όνειρο. Πάντως, από εκείνη τη μέρα τα δύο φιλαράκια έμπαιναν με περισσότερη όρεξη στην τάξη. Η αλφαβήτα, η αριθμητική και η ορθογραφία άρχισαν να γίνονται γλυκές σαν γλειφιτζούρια.