Η αρχιτεκτονική Von Neumann περιλαμβάνει τις ακόλουθες βασικές ιδέες:
Ο υπολογιστής χρησιμοποιεί ένα κοινό χώρο μνήμης για την αποθήκευση των δεδομένων και του κώδικα προγραμμάτων. Τόσο οι εντολές όσο και τα δεδομένα αντιμετωπίζονται ως "λέξεις" μνήμης.
Ο επεξεργαστής εκτελεί εναλλακτικά εντολές από τη μνήμη, μετατρέποντας τις εντολές και τα δεδομένα σε εσωτερική μορφή για επεξεργασία.
Συνήθως, η Von Neumann αρχιτεκτονική περιγράφει συστήματα με έναν κεντρικό επεξεργαστή (CPU) που εκτελεί μία εντολή κάθε φορά. Αυτό έχει αντικατασταθεί σε ορισμένες περιπτώσεις από πολυπύρηνες αρχιτεκτονικές με περισσότερους από έναν πυρήνες.
Οι εντολές εκτελούνται με σειρά, μία μετά την άλλη, με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω της μνήμης.
Τα προγράμματα μπορούν να αποθηκευτούν στη μνήμη και να εκτελούνται από εκεί, επιτρέποντας την ευκολία στον προγραμματισμό και την εκτέλεση διαφορετικών προγραμμάτων.
Βασίζεται σε μερικές βασικές αρχές που αφορούν την εκτέλεση εντολών και τη διαχείριση των προγραμμάτων. Συνοπτικά, μπορούμε να επισημάνουμε τα εξής:
Στην αρχιτεκτονική Von Neumann, τα προγράμματα αποθηκεύονται στη μνήμη μαζί με τα δεδομένα. Αυτό σημαίνει ότι το πρόγραμμα είναι απλώς μια σειρά εντολών και δεδομένων που αποθηκεύονται σε μια κοινή μνήμη.
Ο κύκλος εκτέλεσης εντολής αποτελεί το βασικό στάδιο λειτουργίας της αρχιτεκτονικής Von Neumann και περιγράφει τον τρόπο με τον οποίο ένας επεξεργαστής εκτελεί τις εντολές ενός προγράμματος. Ο κύκλος εκτέλεσης συνήθως αποτελείται από τα εξής στάδια: