Να διαβάσετε το διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου «Το ποταμάκι με τους γυρίνους».
Δραστηριότητες:
α) ποια από τα στερεότυπα για τους τσιγγάνους ανατρέπονται στο
κείμενο του Δημητρίου;
β) Δώστε ένα δικό σας τέλος στην
ιστορία που να προκαλεί την ίδια συγκίνηση στον αναγνώστη, στο
πλαίσιο που σας δίνεται.
Σωτήρης Δημητρίου
«Το ποταμάκι με τους γυρίνους»
Πώς βρέθηκε να υπηρετεί ναύτης και
μάλιστα στον ναύσταθμο ένας Τσιγγάνος απ’
τους κάμπους της Θεσσαλίας ήτανε μυστήριο. Κυψέλη πολυάριθμη ο
Ναύσταθμος.
Έμπαιναν, έβγαιναν
καράβια και γύριζαν τα πληρώματα στις καντίνες και στον σινεμά.
Ναύτες και αξιωματικοί, όλοι έστρεφαν ξαφνιασμένοι και
κοιτούσαν.
Η θητεία του στον
Ναύσταθμο με τον καιρό εξηγήθηκε. Τον έπαιρναν μετά την πρωινή
αναφορά διάφοροι μόνιμοι υπαξιωματικοί στην Σαλαμίνα, άλλος για
εργάτη στο γιαπί του, άλλος να του σκάψει τον κήπο, άλλος να του
μάσει1 τις ελιές. Η αντιπροσφορά ήταν να του δίνουν
τα βράδια άδεια εξόδου, για να δουλεύει γκαρσόνι σε μια ταβέρνα
στην Κούλουρη.
Να σημειωθεί ότι
ήταν σαν την μύγα μες στο γάλα, όχι τόσο για το χρώμα του, όσο
για την προσεγμένη εμφάνισή του. Πλυμένος και σιδερωμένος πάντα,
άστραφτε. Το παντελόνι του είχε τους πιο καλοτσακισμένους
ωκεανούς. Επέβαλλε και δεν επέβαλλε σεβασμό με την εμφάνισή του.
«Ρε κοίτα καμάρι ο γύφτος», έλεγε
καμιά φορά κάνας ναύτης μουδιασμένα.
Ακόμα και στον σινεμά όπου
πήγαινε, όταν οπλονόμος υπηρεσίας ήταν ο «πεθαμένος» που δεν τον
άφηνε να βγει, ήταν άψογος.
Το
«Τζιμ» του το κόλλησαν από μια ταινία αμερικάνικη, με μαύρο
πρωταγωνιστή, ένα πανέμορφο παλικάρι που τον έλεγαν έτσι. Τους
είχε κατατροπώσει όλους. Τέτοια εντύπωση του έκανε ο ήρωας, που
για μέρες τον μνημόνευε στους κολλητούς του. Ο Τζιμ έτσι, ο Τζιμ
αλλιώς.
Στην Κούλουρη2
είχε μεταφέρει και την οικογένειά του. Ούτε είκοσι χρονών δεν
ήταν κι είχε κιόλας δυο παιδιά. Γι’ αυτό και έκανε όχι μόνο την
ορντινάντσα3, αλλά και βάρδιες επί πληρωμή στα
πλουσιόπαιδα απ’ την Αθήνα. Παρότι ήταν κιόλας πατέρας, ο Τζιμ
μας μιλούσε συνέχεια για τη μάνα του, την κυρά Ελισάε. Τόσα μας
έλεγε, που ήταν σαν να τη γνωρίζαμε.
Όταν θέλαμε να τον ευχαριστήσουμε,
του λέγαμε: «Τι κάνει η κυρά Ελισάε, ρε Τζιμ;» κι αυτός άρχιζε.
Μας μίλαγε ακόμα για τα παιδικά
του χρόνια στους κάμπους της Θεσσαλίας. Τού
’χαν εντυπωθεί οι
παπαρούνες της ανοίξεως, αλλά πιο πολύ, γιατί όλο το επανέφερε,
ένα ποταμάκι όπου έπαιζε με τους γυρίνους4.
«Που λες, κληρούχα5,
έτσι τά ’πιανα με τις χούφτες μου τα μπακακάκια4,
έτσι τ’ αμόλαγα».
Ήταν ένας μόνιμος νοσταλγός.
Τον
«πεθαμένο», τον οπλονόμο που δεν τον άφηνε να βγει, συνόδευε μια
τρομερή φήμη. Λέγανε ότι είχε πεθάνει κι ενώ κατέβαζαν την κάσα
στον τάφο, αναστήθηκε.
Αυτός ο
άνθρωπος, κοκκινομούτρης, με παχιά φρύδια με άσπρο δέρμα γύρω
τους, περιφερόταν όλη μέρα και έψαχνε για παραπτώματα. Μανία
είχε με το ξύρισμα.
Στην πρωινή
αναφορά έσερνε την παλάμη του στο μάγουλο απ’ τον λαιμό προς τα
πάνω και άμα νόμιζε ότι τον αγκύλωναν τρίχες, έβριζε και μοίραζε
στερήσεις εξόδου.
Ο Τζιμ τον
έτρεμε. Πώς τού
’χε μπει μέσα του,
τού ’χε γίνει
εφιάλτης.
Τον έβλεπε από μακριά κι
αμέσως άλλαζε δρόμο. Στη δε πρωινή αναφορά καρδιοχτυπούσε μέχρι
ν’ ακούσει «στον
καιρό».6
Καμιά φορά που
τού ’κανε κι
αυτουνού την κίνηση ο οπλονόμος, του ’ρχόταν να φωνάξει απ’ την
τρομάρα του.
Η αυλή7
του οπλονόμου ήταν λουλούδια ένα κι ένα8. Διάφοροι εξ
αναβολής ναύτες με ντοκτορά και διάφορα πλουσιόπαιδα που δεν
ξημέρωσαν ποτέ στον Ναύσταθμο, παρά μόνον για την πλάκα τους,
όπως έγινε εκείνο το βράδυ με τον Τζιμ.
Ήθελε οπωσδήποτε να βγει έξω γιατί
είχε δεσμευθεί στο αφεντικό του.
Έβαλε ένα ναύτη γραφιά να μιλήσει
στον οπλονόμο.
«Καλά, περίμενε και
θα δούμε», τού ’πε
αυτός.
Μέχρι αργά το βράδυ απ’
το οπλονομείο ακουγόνταν χάχανα και χαρές. Γλεντούσαν μ’ ένα
μαγνητόφωνο. Ο Τζιμ έξω ξεροστάλιαζε. Ξαφνικά βγαίνει ένα
τσιράκι9.
«Τι κάνεις
εδώ, ρε Τζιμ;» του λέει.
Του είπε.
Μπαίνει αυτός μέσα και μετά από λίγο τον φωνάζουν.
Με το που μπαίνει, του λέει ο
οπλονόμος:
«Αναφέρσου, γύφτο».
Ποτέ του δεν είχε χωνέψει ότι τον
είχε στη δύναμή του.
Μετά τον
έβαλαν να τραγουδήσει για να του δώσουν άδεια, τον έβαλαν να
χορέψει τσιφτετέλι. Ώρες τον τσαλαπατούσαν. Αργά την νύχτα ήρθε
ο Τζιμ στον θάλαμο.
Ξάπλωσε με τα
ρούχα και άρχισε να κλαίει σιγανά με αναφιλητά.
Το κρεβάτι μου ήταν κάτω απ’
το δικό του.
«Τι έγινε, ρε
κληρούχα;» του λέω.
«Τίποτα, ρε
κληρούχα, κρύωσα», λέει ο Τζιμ και άρχισε να ψευτοβήχει.
Αλλά πάλι δεν άντεξε και άρχισε να
κλαίει πολύ σιγανά. Σφιγγότανε. Πήγα να του ξαναμιλήσω, αλλά δεν
του μίλησα.
Τρέξτε, δάκρυα, να
θολώσετε εκείνο το γάργαρο ποταμάκι στον θεσσαλικό κάμπο.
Τρέξε, παιδί, τρέξε, αεράκι,
αλώνισε τη γη. Σε καρτερεί το βράδυ η μάνα σου, σαν ζυγούρι10
να χωθείς στα φουστάνια της και νά
’ναι ένα γύρω οι
μπαρμπάδες και οι παππούδες, ένα σώμα πυκνό, αδιαπέραστο,
γιομάτο σκοτεινά άστρα.
1 μάσει: μαζέψει·
2
Κούλουρη: το νησί Σαλαμίνα·
3
ορντινάντσα: ο ναύτης (ή φαντάρος) που είναι στην
προσωπική υπηρεσία των ανωτέρων του και κάνει διάφορα θελήματα·
4 γυρίνους, μπακακάκια: τα μικρά
βατραχάκια·
5 κληρούχα[ς]: ο κληρωτός
που υπηρετεί τη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό·
6
«στον καιρό»: το παράγγελμα της «ανάπαυσης» στο Πολεμικό
Ναυτικό·
7 αυλή: ακολουθία, παρέα·
8 λουλούδια ένα κι ένα: ιδιωματική
(ευφημιστική) φράση με το ακριβώς αντίθετο νόημα·
9
τσιράκι: ο παρατρεχάμενος, αυτός που εκτελεί τυφλά
εντολές·
10 ζυγούρι: μικρό αρνί
Πηγή: Από τον τόμο: Ξένος, ο άλλος μου εαυτός, επιμ. Μισέλ Φάις, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 1999