Η Μάνα του Χριστού
Το ποίημα ανήκει στην πρώτη σημαντική σύνθεση του Βάρναλη με
τίτλο Το φως που καίει, η έκδοση της οποίας έγινε το 1922. Στο
έργο αυτό ο ποιητής, έχοντας μετατοπιστεί ιδεολογικά στον χώρο
της Αριστεράς, και υπό το βάρος των συνεπειών του Α΄
Παγκοσμίου Πολέμου, χρησιμοποιεί τις μορφές του μυθικού
Προμηθέα και του Ιησού ως σύμβολα κοινωνικών επαναστατών που
μαρτύρησαν υπέρ του ανθρώπου. Στο απόσπασμα που ακολουθεί
ακούγεται ο σπαρακτικός θρήνος της Παναγίας-μάνας που χάνει το
παιδί της στο άνθισμα της φύσης και της νιότης του για χάρη
ενός ανώτερου σκοπού.
Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου,
Άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά
σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς
μαδιέμαι, γλυκέ μου!
Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου
τα δυο σου τα μάτια μεγάλα:
τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που
βύζαξες γάλα.
Πώς αδύναμη στάθηκε τόσο η καρδιά σου
στα λαμπρά
Γεροσόλυμα Καίσαρας νά μπεις!
Αν τα πλήθη αλαλάζανε
ξώφρενα (αλιά σου!)
δεν ηξέραν ακόμα ούτε ποιό τ’ όνομά
σου!
Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη…
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη
κι όσο ο γήλιος να
πέσει και να έρθει το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι οι
οχτροί σου κι οι φίλοι.
Μα γιατί να σταθείς να σε πιάσουν! Κι ακόμα,
σα
ρωτήσανε: «Ποιός ο Χριστός;» τί ’πες «Νά με»!
Αχ! Δεν
ξέρει, τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί
μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!
Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1956