Η ζωή εν τάφω
Από τη φοβερή εμπειρία του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, με τις
εκατόμβες των θυμάτων, προέκυψε κατά τον Μεσοπόλεμο η θεματική
της αντιπολεμικής λογοτεχνίας, η οποία αναπτύχθηκε και
αργότερα. Πρόκειται για λογοτεχνικά έργα που περιγράφουν τα
σκληρά βιώματα των στρατιωτών στο μέτωπο, αντιπαραβάλλοντάς τα
με την ομορφιά της ζωής σε καιρούς ειρήνης. Τέτοιο θέμα έχει
και το μυθιστόρημα του Μυριβήλη Η ζωή εν τάφω (1924),
στηριγμένο σε ό,τι έζησε ο ίδιος στα χαρακώματα. Οι εμπειρίες
του συγγραφέα παρουσιάζονται στο μυθιστόρημα με προσωπείο, ως
εμπειρίες του φανταστικού λοχία Κωστούλα, ο οποίος υποτίθεται
ότι τις περιγράφει σε χειρόγραφο που σκοπεύει να στείλει στην
αγαπημένη του, χωρίς ποτέ να τα καταφέρει. Το κεντρικό
επεισόδιο στο απόσπασμα που ακολουθεί είναι η περίθαλψη του
τραυματία Κωστούλα στο σπίτι μιας χωρικής στη Μακεδονία, που
έχει δυο γιους στο αντίπαλο στρατόπεδο.
Οι μητέρες του πολέμου
Σου γράφω τούτο δω το χειρόγραφο μέσα
σ’ ένα φορτηγό
βαγόνι, ζουληγμένος ανάμεσα σε δυο τσουβάλια τετράγωνες
μπαλάσκες1, σκληρές σαν τούβλα. Ταξιδεύουμε από
τ’ απομεσήμερο,
όλο το Σύνταγμα. Είμαστε παστωμένοι2 ελεεινά μέσα σε
τούτα τα πελώρια πράσινα μπαούλα, που γράφουν απ’ έξω πόσους
άντρες ή άλογα παίρνει το καθένα τους. Φεύγουμε για να
δυναμώσουμε κάποιον άλλον τομέα του Μετώπου. Πού θάναι ο
καινούργιος μας ο τάφος; Πότε θα φτάσουμε; Ποιος το ξέρει. Ποιος
νιάζεται για να το ξέρει. Τι εδώ, τι εκεί, τι παρέκει. Πάντα σε
κάποιο χαράκωμα θα σταματήσουμε, κάποιο αμπρί3 θα μας
δεχτεί, κάποιες γουρούνες θα μας κόψουν το αίμα. Όλα τα
χαρακώματα, όλα τ’
αμπριά, όλες οι οβίδες, είναι παντού τα ίδια. Σαλεύουμε αδιάκοπα
κάτω απ’ τον
ασήκωτον ίσκιο του θανάτου. Το μαύρο σύγνεφο κρέμεται πάντα από
πάνω, παρακολουθεί το τραίνο, τις πορείες, τις ψυχές.
Είμαι ακόμα πολύ συγκινημένος με τη θλίψη
πούδειξαν οι καλοί χωριάτες από την ώρα που έμαθαν πως φεύγω για
πάντα από τον τόπο τους. Η είδηση μας ήρθε χτες το βράδυ. Ήτανε
σα μια κατακεφαλιά που με ξύπνησε άσκημα από το μακαρισμένο μου
όνειρο. Σαν πήρα το σημείωμα τ’
αδερφού μου που μούλεγε την άλλη μέρα νάμαι αυγή-αυγή στο λόχο
γιατί τα μαζεύουμε, φαίνεται πως τόση δυστυχία έδειχνε η όψη
μου, που μαζεύτηκαν όλοι ένα γύρω να μάθουνε τι τρέχει. Τους
είπα την είδηση, απόμειναν να με βλέπουν. Κατόπι άρχισαν να με
ρωτάνε χίλια-δυο για τη μετακίνηση, εγώ δεν ήξερα ούτε ήθελα
βέβαια να τους απαντήσω. Φάγαμε όλοι μαζί, γλήγορα-γλήγορα,
δίχως όρεξη. Η Γκιβέζω όλη την ώρα δε σήκωσε τα μάτια απάνω μου.
Κατόπι η Άντσω* άναψε το μεγάλο λυχνάρι που έχει για τα
νυχτέρια, βάλθηκε να ξεσκαλίζει όλα μου τ’ ασπρόρουχα. Ξεχώρισε
την ίδιαν ώρα τα λερά για τη γριά Μπάμπω, να τα σαπουνίσει
αμέσως, για να προκάμουν να στεγνώσουν ως το πρωί. Αυτή, η
Γκιβέζω και δυο συννυφάδες της, πήραν να μπαλώσουν τα τρύπια, να
μαντάρουν τις κάλτσες. Καθόμασταν όλοι στον μεγάλο σκεπαστόν
εξώστη κ’ η νύχτα
ήτανε γλυκιά και λυπημένη. Δεν είχε φεγγάρι, μα ένα σμάρι άστρα
μάς ανοιγόκλειναν τα ματάκια τους ανάμεσα από τις αρμαθιασμένες
πιπεριές, που στέγνωναν κρεμασμένες από τη σκεπή. Όλες οι
τριξαλούδες4 τραγουδούσανε μες από το ταβάνι, κάτω
στο κατώι που μετατοπίζουνται κ’
αναρρουφούν τα βουβάλια, και μακριά, απ’
όλο τον αόρατον κάμπο. Τραγουδούσαν το τρυφερό και δακρυσμένο
τροπάρι τους που δεν έχει αρχή και τέλος.
Εγώ
καθόμουν παράμερα, στα σκοτεινά, πάνω σ’
ένα πρωτόγονο σκαμνί. Μια περιφερική φέτα πριονισμένη από το
χοντρό κορμί μιας καστανιάς, που ακουμπούσε σε τρία πόδια
σκαλισμένα με το σουγιά. Αντίκρυ κάθονταν οι γυναίκες και
μπάλωναν τ’
ασπρόρουχά μου γύρω στο λυχνοστάτη. Οι άντρες καπνίσανε, φύσηξαν
μες στη φούχτα από τα χοντρά τακίμια5 τ’
αποτσίγαρα. Ύστερα πλάγιασαν στην καρπέτα6,
αποδομένοι απ’ την κούραση.
Το φως του
λυχναριού φώτιζε παράξενα στα πρόσωπα τις γυναίκες, από τα κάτω
προς τ’ απάνω. Τα
χέρια δούλευαν βιαστικά, με τα δάχτυλα όλο προσοχή. Σπάνια
συνάλλαζαν καμιά κοντοσύλλαβη κουβέντα.
Η
Άντσω, που ποτές δεν αφήνει τα αιστήματά της να ξεχειλίσουν
περ’ από τα σύνορα
μιας αυστηρής αξιοπρέπειας, εκεί που βελόνιαζε άρχισε κ’ έκανε
ένα είδος κουβέντα που δεν αποτεινόταν μήτε στην κόρη της μήτε
στις άλλες γυναίκες. Ήτανε μια μοναχοκουβέντα πιότερο, ή μια
κουβέντα με το Θεό, με τον εαυτό της και με τα παιδιά της, που
λείπανε στον πόλεμο. Μπορεί νάχανε σκοτωθεί κιόλας και τώρα τα
κόκαλά τους ασπρίζαν άκλαυτα μέσα σε μια λαγκαδιά.
– Βαχ, λέλεμ!7 Έτσι
τορβαδιάσαμε8, λέω, πρόπερσι το καλοκαίρι και τα
ρούχα του Γιοβάν και του Πέτκο. Είχαν έρθει απ’
το χωράφι κάτω, απ’ το ρέμα. Ό,τι ξεζέψανε τον
αραμπά9. Δεν προφτάσανε να βάλουν μυρωμένο ψωμάκι στο
στόμα τους και μου τους πήρανε. Τώρα μας φεύγει κι ο ξένος
γκόσποντ10 που μας έστειλε ο Θεός ανάμεσό μας.
Καημένο στρατιωτάκι… Ζάβαλη άσκερ,11 που η μάνα σου
κάθεται τώρα απ’
έξω απ’ την πόρτα
της με τα χέρια άπραγα και καρτερά να γυρίσεις. Τη νύχτα ξυπνά
ξαφνισμένη και στήνει αυτί. Της φάνηκε πως χτύπησε ο χαλκάς της
οξώπορτας. Αμ’ δεν
είναι οι γιοι σου, ζάβαλη μάικω,12 δεν είναι οι γιοι
σου, αδερφή! Να πάρεις κοντύλι και χαρτί, άσκερ, να πάρεις
κοντύλι και χαρτί να της γράψεις μια γραφή της πικρής. Να της το
πεις, γιόκα μου, πως όλες οι μανάδες καθόμαστε έτσι αποξυλωμένες
και καρτερούμε τους γιους μας που μας τους πήρε ο πόλεμος. Να
της το πεις, γιόκα μου, πως εγώ η μαύρη, η μάνα του Γιοβάν και
του Πέτκο, σου φρόντισα τα ρουχάκια σου. Και σου τα τορβάδιασα
μοσκοπλυμένα και παστρικά. Και να παρακαλέσει, λέλεμ, το Θεό να
μου γυρίσει πίσω τ’
αγόρια μου, σαν που παρακαλώ και γω να χτυπήσουν την πόρτα της
και τα δικά της παιδιά. Γιατί γιόμισε φαρμάκι, γκόσποντ, η
καρδιά της Άντσως. Γιόμισε φαρμάκι κι άλλο δεν παίρνει, λέλεμ,
άλλο δεν παίρνει…
Τέτοιο ένα πράμα ήταν η
μοναχοκουβέντα πούκανε η Άντσω μπαλώνοντας τ’
ασπρόρουχά μου. Η φωνή της ακουγόταν ήσυχη, μονότονη και
αχρωμάτιστη μέσα στη νύχτα. Το λυχνάρι με τις φλόγες που χόρευαν
έκανε μεγάλους ίσκιους να κουνιούνται και να χερονομούν ζωηρά
πάνω στους τοίχους. Ο κάμπος μας έστελνε τ’
αμέτρητο τραγούδι των γρύλων και τ’
αστέρια σκύβανε ανάμεσ’
απ’ τις πιπεριές
να μας γνέψουν, ανοιγόκλειναν τ’
αργυρά τους ματάκια. Η φωνή της Άντσως έρρεε δίχως πάθος, έτσι
σα να διάβαζε μέσα σ’
ένα βιβλίο με προσευκές, μέσα σε συναξάρια, πράματα δίχως
ενδιαφέρο.
– Γιατί, μαθές, αυτό το κακό;
Κάθεσαι στην ειρήνη σου και τρως το βλογημένο ψωμί, σύμφωνα με
το θέλημα του Χριστού. Και μια μέρα σου χτυπά την πόρτα το κακό.
Είναι, Θεέ μου, αμαρτίες δικές μας που δεν ξέρουμε, είναι
αμαρτίες των γονιώ μας που ξεπλερώνουμε; Ας είσαι δοξασμένος,
Γκόσποντ, και τι μπορούμε να ξέρουμε από τις βουλές Σου εμείς τα
σκουλήκια… Ποια θάναι η μέρα, λέλεμ, που θάρθουν τα παλικάρια
μου γερά κι όμορφα σαν που τάδωσα; Πότε θάρθουν πάλι, να
ξαναγελάσει τ’ αχείλι μου το φαρμακωμένο; Ωχχχ! Ο ξένος μας
φεύγει πάλι στον πόλεμο. Ζάβαλι άσκερ! Να πάει, Θεέ μου, στην
καλή τη στράτα και να γυρίσει στο σπίτι του σαν θα περάσει η
οργή Σου πάνω από τον κόσμο Σου τον αμαρτωλό. Να γυρίσει με
τ’ αδέρφι του και
να τα καλοδεχτεί η μάνα τους σαν τα χελιδόνια. Σαν που θα
καλοδεχτώ και γω τ’
αγόρια μου, τον Πέτκο και το Γιοβάν… Ας ήταν, λέλεμ, τούτη την
ώρα να τα νιάζεται μια άλλη μάνα τα δυο μου, σαν που νιάζουμαι
γω τον ξένο στρατιώτη που μας φεύγει, μας φεύγει σαν το χελιδόνι
πρωί-πρωί. [...]
Τώρα, ζουληγμένος ανάμεσα σε
δυο σακιά μπαλάσκες, μέσα στο κατάκλειστο βαγόνι που μας φόρτωσε
σαν πράματα, ακούγω τη μπόρα να ραβδίζει απ’ έξω το πλαϊνό
σανίδωμα και τη στέγη, ακούγω τη βουή που κάνει το τραίνο
σπρώχνοντας με σιδερένια στέρνα την πηχτή μάζα της νύχτας πάνω
από τη στράτα του. Πού μας πάει; Δεν το ξέρουμε ούτ’
εμείς ούτε αυτό. Άλλοι ξέρουν, τόσο για λογαριασμό αυτουνού όσο
και για δικό μας λογαριασμό. Οι ρόδες φωνάζουν με σιδερένιο
ρυθμό: «πάρα-πέρα! πάρα-πέρα! πάρα-πέρα!». Είναι μια απάντηση
αόριστη που περιέχει όλους τους τόπους, όλα τα χαρακώματα, όλα
τα κατατόπια. Ακόμα και τον τάφο, ακόμα και την ανυπαρξία ή την
αιωνιότητα. «Πάρα-πέρα! πάρα-πέρα! πάρα-πέρα!». Όμως κάτι άλλο
το νιώθουμε όλοι. Είναι κείνος ο ίσκιος, ο ίσκιος του θανάτου
που μας ακλουθά απλωμένος πάνω από το τραίνο. Τρέχει το σύγνεφό
του πάνω από τα βαγόνια χωρίς ήχο, χωρίς θόρυβο, τρέχει με την
ίδια γρηγοράδα μέσα στο σκοτάδι.
Από την πιο
αγνή γωνίτσα της ψυχής μου υψώνεται μέσα στη βροχή και μέσα στη
νύχτα μια προσευκή που καίγει σαν φλόγα. Είναι για την ευτυχία
του αγαθού χωριάτικου σπιτιού που μούδωσε απλόχερα την ανάπαψη
και την αγάπη. Ω! ας ήτανε Θεός στον ουρανό, μονάχα για ν’
ακούσει τούτη την προσευκή μου κι εγώ θα του συχωρνούσα όλες τις
δυστυχίες που αφήνει να δέρνουν έτσι αλύπητα τους ανθρώπους.
Οι συντρόφοι μου γύρω καπνίζουν, φτύνουνε,
κλάνουν, βλαστημούν και ρουχαλίζουν, γυρεύοντας να βολευτούν ο
ένας μέσα στα σκέλια τ’
αλλουνού. Το τραίνο βογκάει και σέρνεται, ουρλιάζει οργισμένα
μέσα στη νύχτα. Η βροχή βιτσίζει πάντα το βαγόνι με χίλιες
βέργες. Κ’ εγώ
προσεύχουμαι άναντρα, προσεύχουμαι δίχως να πιστεύω και δίχως να
ελπίζω:
– Θε μου, ανάμεσα στα μιλιούνια τους
στρατιώτες του οχτρού, Θε μου, ας μη σκοτωθούν ο Γιοβάν και ο
Πέτκο!
Και οι ρόδες σπρώχνουν την πυκνόρρευστη
νύχτα, φωνάζουν πιο γρήγορα: «πάρα-πέρα! πάρα-πέρα! πάρα-πέρα!».
Στράτης Μυριβήλης, Η ζωή εν τάφω. Το βιβλίο του πολέμου,
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1997
1μπαλάσκες: θήκες για τα φυσίγγια·
2παστωμένοι: (μεταφορικά) στριμωγμένοι·
3αμπρί: προστατευτικό όρυγμα, καταφύγιο·
*Άντσω (στην έκδοση Άνtchω)· 4τριξαλούδες: τα
τριζόνια· 5τακίμια: το τσιμπούκι· 6καρπέτα: ύφασμα του αργαλειού που χρησιμοποιείται για
κλινοσκέπασμα· 7Βαχ, λέλεμ!: τρυφερή θρηνητική
προσφώνηση, αχ Θε μου!· 8τορβαδιάσαμε: συγυρίσαμε μέσα στον τορβά, στο σακίδιο·
9αραμπά: το κάρο· 10γκόσποντ: (σέρβικα) κύριος ·11Ζάβαλη άσκερ (στην έκδοση άchkερ): (σέρβικα και
τούρκικα) δύστυχε στρατιώτη· 12ζάβαλη μάικω: (σέρβικα) δύστυχη μάνα
Άγγελος Τερζάκης
Απρίλης
Το μυθιστόρημα Απρίλης (1946) του πεζογράφου Άγγελου Τερζάκη
(1907-1978) καταγράφει τη δύσκολη ενηλικίωση του συγγραφέα και
της γενιάς του, που σημαδεύτηκε από τα γεγονότα της
Μικρασιατικής Καταστροφής και του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το
απόσπασμα που ακολουθεί αναφέρεται στον ελληνοϊταλικό πόλεμο
του ’40, στον οποίο συμμετείχε και ο ίδιος ο Τερζάκης, όπως
και άλλοι συγγραφείς της γενιάς του ’30, και καταγράφει την
αντίθεση ανάμεσα στην πραγματικότητα του μετώπου και στα
μετόπισθεν.
Η νεροποντή
Σε κάποια σελίδα του
ημερολογίου που κρατούσα στην εκστρατεία, βρίσκω τούτες τις
λέξεις, γραμμένες καθώς όλα, με μολύβι, βιαστικά, νευρικά: «Μια
κατάσταση όπου το αίμα του ανθρώπου γίνεται λάσπη, βούρκος – τι
περιμένετε;…» Κι’ ορίστε τ’ ομόζυγο: Μέσα στις Απόκριες μας
έφτασαν εδώ-πάνω μαντάτα από την Αθήνα πως αυτοί εκεί έχουν
κέφι, ζητάνε να χορέψουν, έγιναν και σκέψεις να ξανανοίξει το
«Μαξίμ». Γιατί όχι; Είναι νικητές, λοιπόν πανηγυρίζουν! Κρέμασαν
οι κυρίες και τσαρουχάκια στο στήθος τους, κομψά «μπρελόκ» που
παιχνιδίζουν ρυθμικά με το βάδισμα, χαϊδεύοντας μαργιόλα το
βυζί.
Βγάζουν και κάτι περιοδικά που
αστράφτουν και βροντάνε, εξαντλούνται μ’ αυτοθυσία αξιοζήλευτη
σε παράφορους ηρωισμούς. Οι ποιητές πρωτοσέλιδα θούρια, οι
ευθυμογράφοι κατατροπώνουν μ’
ομοβροντίες καλαμπούρια τον εχθρό, οι επιθεωρησιογράφοι το ίδιο.
Φαίνεται πως η Βέμπο έχει γίνει ένα είδος Ζαν ντ’
Αρκ, είδωλο του λαού. Αν τους ακούσεις όλους αυτούς, θα
σχηματίσεις την πεποίθηση πως εκεί-πάνω, στα χαρακώματα του
Σεν-Ντέλι και του Μάλι Σπατ, οι φαντάροι πετροβολούν με
κουραμπιέδες τους Ιταλούς, προτού να τους πάρουν φαλάγγι. Γλέντι
τρικούβερτο!... Όσο για τους φαντάρους, εδώ, αυτοί λαβαίνουν
σποραδικά τα έντυπα, χρωματιστά και άλλα, τα φυλλομετρούν,
αποξεχνιόνται για μια στιγμή, παρασυρμένοι, γελάνε παιδικά,
ύστερα σκουντουφλιάζουν. Κάτι σαν προσβολή θανάσιμη λαβώνει
κρυφά την καρδιά τους. Κουνάνε πικραμένοι το κεφάλι. –
– Τους κερατάδες! Νομίζουν πως γλεντάμε…
– Τι περιμένεις;…
Αυτοί,
βλέπεις, έχουν καθαρότερη κρίση, πιο άμεση επαφή με την αλήθεια.
Καταλαβαίνουν πως το όργιο που γίνεται κει-κάτω σε βάρος του
εχθρού, δεν προσβάλλει τον εχθρό. Εμάς προσβάλλει. Ο συλλογισμός
είναι απλός, τετράγωνος: «Αν ο Ιταλός είναι τόσο χαζός που τον
λέτε, τότε γιατί κοκορευόσαστε, μωρέ, για ηρωισμούς;»
Ξαναβλέπω τον Μαρδόπουλο, ψηλόν, μαυριδερό,
μισοφάλακρο, να κόβει βόλτες νευρικά μέσα στο χαμώι του
μπαρμπα-Γιώργη, εκεί στην Κακαβιά, και να λέει, ενώ τα μάτια του
πίσω από τα γυαλιά αστράφτουν οργισμένα:
–
Τους πολέμους τους κάνουν οι χωρικοί και οι ηλίθιοι …
Θέλει να πει «τους υφίστανται». Είναι
αηδιασμένος από τον εαυτό του, που δεν εξάντλησε κάθε μέσο να
μείνει στην Αθήνα, καθώς οι άλλοι του συνάδελφοι, όλοι του οι
γνωστοί. Δεν έχει κλονιστεί η πίστη του στην ιερότητα του αγώνα
μας, όχι. Όμως δεν ανέχεται να τον θαρούν οι «έξυπνοι» για
κορόιδο, – αυτό είναι.
– Τους φαντάζομαι, μου
λέει κάποτε πεισματωμένος, να κάθονται μαζεμένοι στου Γιαννάκη
και να γελάνε εις βάρος μου, οι αχρείοι!...
Δεν είμαι βέβαιος πως το πράμα γίνεται έτσι
ακριβώς που το λέει, αλλά δεν μπορώ να τον διαβεβαιώσω πως
γίνεται πολύ διαφορετικά…
Και σα να μη φτάνουν
όλες αυτές οι αθλιότητες, βρέχει, ολοένα βρέχει. Ποτέ στη ζωή
μου δεν είδα τόσο μαζί νερό. Εικοσιτέσσερες ημέρες μετρώ που η
χλαίνη μου δε στέγνωξε ούτε μια στιγμή. Κάθε βράδι τη στίβω
καλά-καλά κι ύστερα τη ρίχνω πάνω μου, στον ύπνο, να σκεπαστώ.
Με τυλίγει βαριά, υγρή, αχνίζοντας πνιγερό χνώτο βρεμένης
τσόχας.
Αυτό άρχισε εκεί-πάνω, στην Πίνδο, στο
στρατόπεδο πλάι στο ποτάμι, το Μετσοβίτη.
Άγγελος Τερζάκης, Απρίλης. Το βιβλίο του γιου μου,
εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 1986