Γιώργος Χαριτωνίδης
Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια
Ένα άλλο απάνθρωπο βασανιστήριο υπέστησαν οι
αιχμάλωτοι των δυο πρώτων καθισμάτων του λεωφορείου. Τους
κατέβασαν έξω και τους έβαλαν ανά δύο, τον ένα να κοιτά τον
άλλο. Τους κολλήσανε το όπλο στα πλευρά και τους απείλησαν ότι
αν δεν υπάκουγαν θα τους εκτελούσαν. Η διαταγή ήταν ο ένας να
δίνει χαστούκι στον άλλο κι εκείνος να απαντά με δυνατότερο.
Αν το χαστούκι δεν επιστρεφόταν με την ένταση που έπρεπε,
υποχρέωναν τον αιχμάλωτο να το επαναλάβει με την απειλή του
όπλου. Χτυπούσαν ο ένας τον άλλο με δύναμη μεγάλη και κλαίγανε
με λυγμούς, επειδή αναγκάζονταν να το κάνουν. Οι Τουρκοκύπριοι
ξεκαρδίζονταν στο γέλιο. Χαχανίζανε δυνατά. Έτυχε το μέρος να
έχει και αντίλαλο. Οι λυγμοί των αιχμαλώτων έσμιγαν με το
απαίσιο σαδιστικό γέλιο, που το επέστρεφε στ’
αυτιά μας η ηχώ προκαλώντας μας την ανατριχιαστική αίσθηση ότι
κάπου γύρω είχε κάποιο άνοιγμα η γη και από μέσα έβγαινε το
γέλιο του διαβόλου. Δεν έτυχε να ξαναδώ χειρότερη περίπτωση
εξευτελισμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Δυστυχώς ή ευτυχώς
το ένστικτο της αυτοσυντήρησης επεμβαίνει και εξουδετερώνει
κάθε άλλο ένστικτο, αίσθημα ή ιδέα. Αυτή είναι ίσως η διαφορά
μεταξύ του κοινού ανθρώπου και του ήρωα.
[…]
Ο στρατιώτης που με πρόσεχε ήξερε λίγα
αγγλικά και με τη βοήθεια της διεθνούς γλώσσας των χειρονομιών
συνεννοούμαστε.
Μου έκανε βαθιά εντύπωση
αυτός ο Τούρκος στρατιώτης. Πρώτα με ρώτησε αν είναι σφιχτά
δεμένα τα χέρια μου προτείνοντάς μου να τα ξεδέσει, για να
είναι ακόμα πιο χαλαρά. Δε χρειάστηκε, γιατί του έδειξα τα
χέρια μου, που τα είχα ξεδέσει μόνος μου και είχα το σπάγκο με
τέτοιο τρόπο, που από μακριά να φαίνονται δεμένα. Βλέποντάς τα
απλώς χαμογέλασε. Μου είπε ότι το όνομά του ήταν Οκτέν, ότι
είχε τελειώσει Τεχνική Σχολή με ειδικότητα ηλεκτρολόγος και
ότι όταν θα απολυόταν θα άνοιγε μαγαζί δικό του. Ρώτησε να
μάθει για μένα και του είπα για τις σπουδές που είχα κάνει και
για τα μελλοντικά μου σχέδια. Ο Οκτέν μου είπε τότε μια
κουβέντα που χριστιανός δε σκέφτηκε ποτέ κανένας να μου πει,
όταν μετά την απελευθέρωση διηγιόμουνα τις περιπέτειες της
αιχμαλωσίας: «Τώρα», μου είπε, «που είσαι αιχμάλωτος,
σκέφτομαι τη μάνα σου που θα κλαίει και θα ανησυχεί για σένα».
Κάποια στιγμή αργότερα ο Οκτέν είδε ότι το κορδόνι της μιας
αρβύλας του λύθηκε και μου έδωσε να του κρατήσω το όπλο του,
για να μπορέσει να το ξαναδέσει!
Γιώργος Χαριτωνίδης,
Αναμνήσεις με πολλά κουκούτσια.
Μαρτυρία ενός Κύπριου αιχμαλώτου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα
2003