Κοσμάς Πολίτης
Eroica
Πρόκειται για το γνωστότερο μυθιστόρημα εφηβείας του
Μεσοπολέμου (εκδόθηκε το 1938), γραμμένο από τον Κοσμά Πολίτη,
έναν από τους σημαντικότερους πεζογράφους της «γενιάς του
’30». Περιγράφει την πορεία προς την ενηλικίωση μιας μικτής
παρέας παιδιών, που ωριμάζουν απότομα μέσα από τη μύηση στον
έρωτα και τον θάνατο. Στο επίκεντρο της ιστορίας βρίσκεται ένα
εφηβικό ερωτικό τρίγωνο, μεταξύ Λοΐζου – Μόνικας – Αλέκου, με
πικρή κατάληξη. Στο απόσπασμα που ακολουθεί ο Λοΐζος έχει
χάσει πρόσφατα τον καλύτερο φίλο του, τον Ανδρέα, στη διάρκεια
ενός παιχνιδιού.
Δεν πήρε μέρος στους αγώνες ο Λοΐζος. Έτσι, δυο
πρώτες νίκες κερδίστηκαν από τους ξένους – το Λάιο και τον
Πέτροβικ – και δυο άλλες θα
’χαν βέβαια
κερδιστεί πριν από δεκαπέντε τόσες μέρες. Μα τώρα πια, όλα
είχαν τελειώσει. Το τίποτα, το πώποτε, το αδειανό εδώ κάτω.
Στο αγώνισμα της πάλης συνέβη κάποιο
ασήμαντο επεισόδιο την ώρα που ο Κλεόβουλος άδραξε το Μεμά
πίσω από τη μέση και του ζόριζε το ραχοκόκαλο στη βάση. Μια
γύφτισσα φώναξε κάτι λόγια και οι άλλοι, άντρες και γυναίκες –
ώς και τα παιδιά – έβαλαν τα γέλια κι έλεγαν τα δικά τους
γνέφοντας με χειρονομίες και κουνήματα. Μέσα στην άνοιξη, έτσι
άστεγοι και πλουμιστοί από ζωή κι ελευθερία, τίποτα δεν
έδειχνε άπρεπο ή άσεμνο απ’ τα καμώματά τους. Τότε σηκώθηκε με
κόπο ένας γέρος και ακουμπώντας το χέρι του στον ώμο ενός
παιδιού, χτύπησε χάμω τη μαγκούρα και τους μιλούσε πολύ
αυστηρά δείχνοντας το Λοΐζο. Έτσι σώπασαν οι γύφτοι και
ξαναγίνηκε ησυχία. Μόνο τα δυο γυφτόπουλα βαρούσανε τα όργανά
τους κι εδώ μπροστά μας λαχάνιαζε η ανάσα του Κλεόβουλου και
του Μεμά. Σαν πιο πολύ του πρώτου.
Μια
έκπληξη σ’
εκείνους τους αγώνες ήταν η δευτεριά του Αλέκου στο λιθάρι.
Στην τρίτη του βολή πέρασε τον Αντώνη και το Λάιο. Στην
τελευταία έριξε πάνω στο ίδιο του σημάδι, ο Αντώνης έμεινε
πάλι πίσω κι ο Λάιος μόλις κατόρθωσε να τον περάσει τρία
εκατοστά του μέτρου. Άλλοτε ο Αλέκος ερχόταν τέταρτος, ή
τρίτος το πολύ κάποιες φορές, μα πάντα πίσω απ’
τον Αντώνη.
– Μπράβο! του κάνει ο Σταύρος.
Αν πρόσεχες λιγάκι τη θέση του αριστερού ποδιού…, κι έπιασε να
του εξηγάει τεχνικά ζητήματα.
Ο Λοΐζος
καθόταν σε μια πέτρα κι έβλεπε. Στα οχτακόσια μέτρα – κάποιος
έλειπε κι εδώ – σηκώθηκε να παρακολουθήσει πιο καλά το δρόμο.
Κρατούσε πάντα την ίδια ηρεμία. Μόνο δεν μπόρεσε να βασταχτεί
τότε που ο Μιχάλης έβαλε τα κλάματα για ένα τίποτα. Τον είχε
πάρει ο δίσκος στο καλάμι ξώφαρσα1 σε μια ριξιά του
Αντώνη.
– Παλιόσκυλο! Του λέει. Τι κλαις;
Πέθαναν άλλοι δα πολύ καλύτεροί σου! Κι αν δεν πρόφταινε ο
Κλεόβουλος θα του στραμπούλαγε το χέρι να τον σακατέψει για
καλά σ’ όλη του
τη ζωή.
Έπιανε να σκοτεινιάσει σαν πέρασε
σφυρίζοντας το τρένο. Τούτο δε σταματούσε στον εμπορικό
σταθμό, τραβούσε κατευθείαν για την πόλη. Το τελευταίο φως της
μέρας μόλις φώτιζε τα βούρλα2 και τη χθαμαλή3
ακρογιαλιά.
Πρώτη απ’
όλα τ’ άστρα
τ’ ουρανού
σελάγισε4 η Αφροδίτη πάνω από κάτι σύννεφα μουντά.
Στο πράσινο λυκόφως κάλπαζαν καβαλάρηδες πίσω από κάποιο
μυθικό αγρίμι με στριφτή ουρά και ορθάνοιχτες φτερούγες
χαρακωμένες βυσσινί. Τα δέντρα που ολημερίς λεν την αλήθεια
του Θεού, την ώρα τούτη ξεγελούσαν παίζοντας κάποιο ρόλο
φανταστικό. Έπρεπε να μαζέψεις το μυαλό σου για να τα φέρεις
σε λογαριασμό.
Στην πέτρα που ο Λοΐζος
καθόταν αποτραβηγμένος, αμίλητος, κοιτάζοντας στο χώμα τη σκιά
που πλήθαινε. Δε θα σήκωνε ποτέ, ποτέ το μάτι του από τη γη.
Ούτε το νου του.
Κοσμάς Πολίτης, Eroica, εκδ. Ύψιλον/βιβλία, Αθήνα
1990
1 ξώφαρσα (ξώφαλτσα): ξυστά, αφαιρώντας
μέρος του δέρματος∙
2βούρλα: σχίνα, φυτά
υδρόφιλα με μακρύ βλαστό και φύλλα μακρόστενα από τα οποία
κατασκευάζονται σχοινιά, καλάθια, ψάθες, κλπ.∙
3χθαμαλή: χαμηλή∙
4σελάγισε: έλαμψε