ἔρως, -ωτος, ὁ, για δοτ. ἔρω αντί ἔρωτι, βλ. ἔρος (ἔραμαι)· I. ένθερμη αγάπη, σε Τραγ.· μεγάλη επιθυμία πράγματος, τινός, σε Ηρόδ., Αισχύλ. κ.λπ.· στον πληθ., αγάπες, έρωτες, ερωτικές πράξεις, σε Ευρ., Σοφ. […] II. ως κύριο όνομα, ο θεός του έρωτα, ο θεός Έρωτας, Amor […]